Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός

Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΟ ΨΕΜΑ ΚΑΙ Ο ΚΛΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Περιγραφή

Ο Ρέιμοντ Ρέντινγκτον και η εύθραυστη αρχιτεκτονική της ανθρώπινης σχέσης

 

Υπάρχουν χαρακτήρες της μυθοπλασίας που δεν μας ενδιαφέρουν μόνο για την πλοκή στην οποία συμμετέχουν, αλλά επειδή λειτουργούν ως καθρέφτες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Ρέιμοντ Ρέντινγκτον, κεντρικός χαρακτήρας της σειράς The Blacklist, την οποία παρακολούθησα στενά για πρώτη φορά στα όψιμα εφηβικά μου χρόνια, είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας: ένας άνθρωπος που γνωρίζει ότι η πληροφορία αποτελεί δύναμη, ότι η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται πάντοτε ολόκληρη και ότι η εμπιστοσύνη είναι ίσως το πολυτιμότερο, αλλά και το πιο εύθραυστο νόμισμα μιας ανθρώπινης σχέσης. Το The Blacklist είναι μια αμερικανική αστυνομική και κατασκοπευτική σειρά που έκανε πρεμιέρα το 2013, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Σπέιντερ στον ρόλο του Ρέιμοντ («Ρεντ») Ρέντινγκτον, ενός χαρισματικού και μυστηριώδους εγκληματία που παραδίδεται απροσδόκητα στο FBI, παρότι βρίσκεται εδώ και χρόνια στη λίστα των πλέον καταζητούμενων ανθρώπων. Προσφέρεται να βοηθήσει τις αρχές να εντοπίσουν και να εξουδετερώσουν ιδιαίτερα επικίνδυνους εγκληματίες, υπό τον όρο ότι θα συνεργάζεται αποκλειστικά με τη νεαρή πράκτορα Ελίζαμπεθ Κιν. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, η σχέση των δύο αποκαλύπτει έναν κόσμο γεμάτο μυστικά, κρυμμένες ταυτότητες, αλήθειες που αποκαλύπτονται σταδιακά και ψέματα που συχνά παρουσιάζονται ως μορφή προστασίας. Έτσι, πίσω από την αστυνομική πλοκή, η σειρά εξετάζει βαθύτερα ζητήματα όπως η εμπιστοσύνη, η προδοσία, η αγάπη, η αυτοπροστασία και το δύσκολο ερώτημα του αν η αλήθεια είναι πάντοτε καλύτερη από μια ψεύτικη προστατευτική εκδοχή της.

 

Δεν χρειάζεται να δούμε τον Ρέντινγκτον ως πρότυπο ούτε να δικαιολογήσουμε τις επιλογές του· μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε ως αφορμή για ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: τί συμβαίνει σε έναν άνθρωπο όταν αρχίζει να αμφιβάλλει όχι μόνο για αυτά που του λένε οι άλλοι, αλλά και για όσα ο ίδιος πίστευε ότι γνώριζε;

 

Η αλήθεια δεν είναι πάντοτε απέναντι από το ψέμα

 

Στην καθημερινή σκέψη συχνά αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια και το ψέμα ως δύο απόλυτα αντίθετες έννοιες. Στην πραγματικότητα, όμως, η ανθρώπινη επικοινωνία κινείται μέσα σε μια πολύ ευρύτερη περιοχή, όπου υπάρχουν η σιωπή, η αποσιώπηση, η επιλεκτική αποκάλυψη, η υπερβολή, η ευγενική διατύπωση και εκείνες οι μικρές αναλήθειες που αποκαλούμε “white lies”.

 

 

Ένα «μην ανησυχείς», ένα «δεν πειράζει» ή ακόμη και ένα «είμαι μια χαρά» μπορεί να ειπωθούν από πραγματικό ενδιαφέρον, από ευγένεια ή από την επιθυμία να προστατεύσουμε έναν άνθρωπο από έναν περιττό πόνο. Δεν είναι, όμως, όλα τα white lies ηθικά ισοδύναμα. Άλλο είναι να επιλέγω έναν πιο ήπιο τρόπο έκφρασης και άλλο να αποκρύπτω μια κρίσιμη πληροφορία από κάποιον, επειδή θεωρώ ότι «δεν χρειάζεται να ξέρει».

 

Εδώ βρίσκεται ένα ουσιαστικό όριο: η αγάπη μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λέμε την αλήθεια, δεν μπορεί όμως εύκολα να δικαιολογήσει την αφαίρεση του δικαιώματος του άλλου να γνωρίζει.

Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι απλώς «είπα την αλήθεια;», αλλά:

Με τον τρόπο που μίλησα, επέτρεψα στον άλλον να γνωρίζει και να αποφασίζει ή διαχειρίστηκα την αλήθεια έτσι ώστε να αποφασίζω εγώ για λογαριασμό του; Αυτό το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η σχέση χαρακτηρίζεται από ανισότητα γνώσης ή εξουσίας.

Υπάρχει, όμως, μια ιδιαίτερη στιγμή: όταν κάποιος μας λέει ένα «αθώο» (ή μη) ψέμα και εμείς γνωρίζουμε ήδη την αλήθεια. Ίσως τότε να μην μας ενοχλεί τόσο το ίδιο το ψέμα, όσο το γεγονός ότι ο άλλος επέλεξε να μας παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας. Μπορεί να το έκανε από αμηχανία, φόβο, ευγένεια ή ανάγκη αυτοπροστασίας· όμως η εμπειρία μας καλεί να αναρωτηθούμε τί σημαίνει αυτό για τη σχέση μας. Με πείραξε αυτό που μου είπε ή περισσότερο το ότι αισθάνθηκε πως δεν μπορούσε να μου πει την αλήθεια; Γιατί το πρώτο αφορά μια πληροφορία· το δεύτερο αφορά την εμπιστοσύνη...

 

Η δύναμη της πληροφορίας και η εμπιστοσύνη

 

 

Ο Ρέντινγκτον δεν μιλά για την εμπιστοσύνη θεωρητικά. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή της δεύτερης σεζόν, θυμάται μια εμπειρία από την εφηβεία του: μια καλοκαιρινή δουλειά που ήθελε να εγκαταλείψει, αλλά την οποία συνέχισε επειδή είχε δώσει τον λόγο του. Ο πατέρας του τού είχε διδάξει ότι από τη στιγμή που δίνουμε τον λόγο μας, η συνέπεια απέναντι στη δέσμευσή μας αποκτά αξία ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολη γίνεται η κατάσταση. Χρόνια αργότερα, ο Ρέντινγκτον συμπυκνώνει αυτό το μάθημα σε μία φράση: “Value loyalty above all else.” — «Τίποτα δεν θεωρώ πιο πολύτιμο από την εμπιστοσύνη». Η φράση αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή λέγεται τη στιγμή που βρίσκεται αντιμέτωπος με την προδοσία ενός ανθρώπου που είχε βρεθεί στο πλευρό του.

Ρέιμοντ Ρέντινγκτον_“Value loyalty above all else.”.mp4

 

 

Έτσι, η εμπιστοσύνη στον κόσμο του Ρέντινγκτον δεν είναι απλώς πίστη σε ένα πρόσωπο· είναι η συνέπεια ανάμεσα στον λόγο που δίνουμε και στη στάση που επιλέγουμε, όταν οι συνθήκες γίνονται δύσκολες. Και ίσως εδώ η αφοσίωση συναντά την εμπιστοσύνη: εμπιστευόμαστε πραγματικά κάποιον όταν πιστεύουμε ότι δεν θα εγκαταλείψει τη σχέση τη στιγμή που αυτή παύει να είναι εύκολη ή συμφέρουσα.

Παρόμοιες ασυμμετρίες, βέβαια, δεν υπάρχουν μόνο στον κόσμο της μυθοπλασίας. Υπάρχουν στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην πολιτική, στην επιστήμη και, με ιδιαίτερη ένταση, στην Ιατρική.

Η εμπιστοσύνη λειτουργεί σαν μια αόρατη υποδομή της ανθρώπινης σχέσης. Όσο υπάρχει, δεν χρειάζεται να επαληθεύουμε κάθε λέξη του άλλου. Όταν όμως κλονιστεί, δεν αμφισβητούμε μόνο το συγκεκριμένο γεγονός που προκάλεσε την κρίση. Αρχίζουμε να επανερμηνεύουμε ολόκληρο το παρελθόν. Μια παλιά συζήτηση αποκτά νέο νόημα, μια χειρονομία μοιάζει ξαφνικά ύποπτη και μια εξήγηση που κάποτε μας καθησύχαζε, μπορεί να αρχίσει να φαίνεται ανεπαρκής.

Το πιο οδυνηρό στοιχείο της προδομένης εμπιστοσύνης δεν είναι, επομένως, πάντοτε το ίδιο το ψέμα. Είναι η αμφιβολία που δημιουργεί: «Τι άλλο δεν γνωρίζω;» Και, ακόμη βαθύτερα, «Μπορώ να εμπιστευθώ ξανά τη δική μου κρίση;»

 

Η δυσπιστία ως αυτοπροστασία

Μετά από μια προδοσία είναι φυσικό να γινόμαστε περισσότερο επιφυλακτικοί. Η δυσπιστία μπορεί αρχικά να λειτουργήσει ως μηχανισμός αυτοπροστασίας: ελέγχουμε περισσότερο, αμφισβητούμε περισσότερο και αναζητούμε σημάδια που προηγουμένως αγνοούσαμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωρινή άμυνα μετατρέπεται σε μόνιμη στάση ζωής.

 

 

Εάν αποφασίσουμε ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι αξιόπιστος και ότι πίσω από κάθε καλή πρόθεση κρύβεται μια σκοπιμότητα, μπορεί πράγματι να μειώσουμε τον κίνδυνο να εξαπατηθούμε· ταυτόχρονα, όμως, καταστρέφουμε την ίδια την προϋπόθεση της σχέσης. Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική φιλία, συντροφικότητα, εκπαίδευση, συνεργασία ή θεραπευτική σχέση χωρίς κάποιο επίπεδο εμπιστοσύνης.

Η ώριμη εμπιστοσύνη, επομένως, δεν είναι αφέλεια. Δεν σημαίνει ότι σταματώ να σκέφτομαι κριτικά. Σημαίνει ότι μπορώ να συνδυάζω την κριτική σκέψη με την αναγνώριση ότι καμία ανθρώπινη σχέση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην απόλυτη καχυποψία.

 

Η Ιατρική: όταν η αλήθεια συναντά την ευθύνη

Ίσως πουθενά η σχέση μεταξύ αλήθειας, γνώσης και εμπιστοσύνης δεν είναι τόσο κρίσιμη όσο στην Ιατρική. Ο ασθενής δεν προσέρχεται στον γιατρό μόνο με ένα σύμπτωμα ή ένα αποτέλεσμα εξέτασης. Προσέρχεται με φόβο, αβεβαιότητα, προσδοκίες και την ανάγκη να εμπιστευθεί έναν άνθρωπο σε μια στιγμή κατά την οποία συχνά αισθάνεται ότι έχει χάσει μέρος του ελέγχου της ζωής του.

Ο γιατρός διαθέτει περισσότερη γνώση από τον ασθενή και αυτή η ασυμμετρία είναι αναπόφευκτη. Αυτό που δεν είναι αναπόφευκτο είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται. Η επιστημονική γνώση μπορεί να ενισχύσει την αυτονομία του ασθενούς ή, αντίθετα, να τον καταστήσει παθητικό αποδέκτη μιας απόφασης που δεν κατανοεί.

 

 

Η επιστημονική ειλικρίνεια φαίνεται ιδιαίτερα όταν υπάρχει αβεβαιότητα. Η φράση «δεν μπορώ ακόμη να σας πω με βεβαιότητα τι σημαίνει αυτό το εύρημα, αλλά μπορώ να σας εξηγήσω τί γνωρίζουμε, τί δεν γνωρίζουμε και ποια είναι τα επόμενα βήματα» δεν αποτελεί αδυναμία. Αποτελεί ένδειξη επιστημονικής ωριμότητας.

Αντίθετα, το «δεν είναι τίποτα», όταν ο γιατρός γνωρίζει ότι υπάρχει ένα εύρημα που χρειάζεται διερεύνηση, μπορεί να προσφέρει στιγμιαία ανακούφιση, αλλά δημιουργεί μια ψευδή βεβαιότητα που ενδέχεται να επηρεάσει ουσιαστικά τις αποφάσεις του ασθενούς.

Εδώ βρίσκεται και το λεπτό όριο ανάμεσα στο καθησυχάζω και στο παραπλανώ.

 

Τα «λευκά ψέματα» στην Ιατρική

Η Ιατρική, βέβαια, δεν απαιτεί μια ψυχρή και μηχανιστική ειλικρίνεια, κατά την οποία κάθε πληροφορία μεταδίδεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, η ψυχολογική κατάσταση, το επίπεδο κατανόησης και η στιγμή. Ο γιατρός μπορεί να επιλέξει μια ηπιότερη διατύπωση, να δώσει χρόνο στον ασθενή να ακούσει και να ρωτήσει, να αναγνωρίσει τον φόβο του και να παρουσιάσει μια δύσκολη πραγματικότητα χωρίς να την κάνει περισσότερο τρομακτική από όσο είναι.

Αυτό δεν είναι απόκρυψη της αλήθειας. Είναι υπεύθυνη επικοινωνία της αλήθειας.

Το όριο παραβιάζεται όταν η προστασία μετατρέπεται σε αποκλεισμό. Όταν το «δεν θέλω να τον στενοχωρήσω» σημαίνει στην πραγματικότητα «δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να γνωρίζει», τότε η φροντίδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε πατερναλισμό.

Ο ασθενής δεν είναι απλώς ο αποδέκτης μιας ιατρικής απόφασης. Είναι το πρόσωπο στο οποίο αφορά η απόφαση.

 

 

Το ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει στην Ιατρική. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η πληροφορία μεταδίδεται σχεδόν ακαριαία, ενώ η δυνατότητα ελέγχου της αλήθειάς της συχνά υστερεί. Η ψηφιακή επικοινωνία, η τεράστια πληθώρα πληροφοριών και η δυνατότητα δημιουργίας εξαιρετικά πειστικού ψευδούς περιεχομένου δημιουργούν ένα νέο πρόβλημα: δεν δυσκολευόμαστε μόνο να βρούμε πληροφορίες· δυσκολευόμαστε να γνωρίζουμε ποιες πληροφορίες αξίζει να εμπιστευθούμε.

 

Όταν ο άνθρωπος έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες εκδοχές της «αλήθειας», υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει να πιστεύει ότι τελικά δεν μπορεί να γνωρίσει ποια είναι η πραγματική αλήθεια.

Ίσως, τελικά, η πρόκληση δεν είναι να ζούμε χωρίς αμφιβολίες, αλλά να μάθουμε να διαχειριζόμαστε την αμφιβολία χωρίς να χάνουμε την εμπιστοσύνη μας στην αλήθεια. Ο μελλοντικός γιατρός θα κληθεί πολλές φορές να λειτουργήσει μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας, όπου δεν θα έχει όλες τις απαντήσεις και όπου η πληροφορία θα είναι συχνά ελλιπής ή αντικρουόμενη. Εκεί θα φανεί όχι μόνο τι γνωρίζει, αλλά και πώς χρησιμοποιεί αυτή τη γνώση. Η επιστημονική επάρκεια αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από ειλικρίνεια, κρίση και σεβασμό προς τον άνθρωπο που εμπιστεύεται τον γιατρό. Γιατί η εμπιστοσύνη δεν γεννιέται από την υπόσχεση ότι θα έχουμε πάντοτε τη σωστή απάντηση· γεννιέται από τη βεβαιότητα ότι, ακόμα και όταν δεν την έχουμε, θα είμαστε ειλικρινείς γι’ αυτό.

 

Η παρούσα άσκηση δημιουργήθηκε από την συνεργάτρια του μαθήματος Κα Ανατολή Αργυρού, BSN.

 

Ερώτηση 1 / 3 (Ελεύθερου Κειμένου — 3 βαθμοί) 

Όταν γνωρίζουμε ήδη την αλήθεια και ο άλλος επιλέγει να μας παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας, τί είναι τελικά αυτό που μας πληγώνει περισσότερο: το ίδιο το ψέμα, η πρόθεση που κρύβεται πίσω από αυτό ή η συνειδητοποίηση ότι δεν ένιωσε αρκετά ασφαλής, ελεύθερος ή σίγουρος ώστε να μας πει την αλήθεια — και τί μπορεί αυτή η στιγμή να αποκαλύψει για τη δική μας ανάγκη για ασφάλεια, έλεγχο και ειλικρίνεια, αλλά και για την ποιότητα, τα όρια και την αμοιβαιότητα της σχέσης μας;