Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός

Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ ΔΥΝΑΜΗΣ ΣΥΝΙΣΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΟΠΛΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Περιγραφή

Μοδέστ Ουργέλ: Η καμπάνα για την προσευχή (περί το 1876).

 

Η δυνατότητα ίασης μέσω επικοινωνίας με το θείο στοιχείο προσεγγίζεται κυρίως μέσω δύο οδών: της πίστης και της προσευχής στη θρησκευτική παράδοση, καθώς και μέσω εναλλακτικών μεθόδων που χρησιμοποιούν τον κοσμικό διαλογισμό με στόχο την ευεξία. Στην παρούσα άσκηση θα επικεντρωθούμε στη δύναμη της πίστης στον Θεό.

Στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, η ίαση συνδέεται άμεσα με τη Θεία Πρόνοια, την προσευχή, τα μυστήρια (π.χ. Ιερό Ευχέλαιο) και τη μεσολάβηση των Αγίων. Δεν θεωρείται απλώς μια βιολογική αποκατάσταση, αλλά μια βαθιά πνευματική και ολιστική διαδικασία που επανενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό. Η επικοινωνία με το θείο προσφέρει ψυχική γαλήνη και πνευματική ενδυνάμωση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η πίστη θεωρείται καταλυτική για την υγεία του ανθρώπου, χωρίς βέβαια να υποκαθιστά την ιατρική επιστήμη.

 

Γκέμπχαρντ Φούγκελ: O Χριστός και οι λεπροί (1920).

 

Η Θεολογική Προσέγγιση της Ασθένειας και της Ίασης

  • Σύνδεση Ψυχής και Σώματος: Η ορθόδοξη χριστιανική θεολογία βλέπει τον άνθρωπο ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Η ασθένεια του σώματος συχνά συνδέεται με την πνευματική κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε αρρώστια είναι προσωπική τιμωρία.
  • Ο Χριστός ως Ιατρός: Ο Χριστός αποκαλείται συχνά στις προσευχές «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων». Οι θαυματουργικές ιάσεις στα Ευαγγέλια δείχνουν ότι η υγεία είναι δώρο της Θείας Χάριτος.
  • Η Σημασία της Πίστης: Η πίστη είναι ο «δίαυλος» της επικοινωνίας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στις Γραφές, η φράση «η πίστις σου σέσωκέ σε» υπογραμμίζει ότι η εσωτερική εμπιστοσύνη στον Θεό ενεργοποιεί τη Θεία Χάρη.

 Σχέση Πίστης και Ιατρικής Επιστήμης

Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση δεν απορρίπτει την ιατρική επιστήμη. Αντίθετα, θεωρεί τους γιατρούς και τα φάρμακα ως μέσα που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο για την ανακούφιση του πόνου τους και τη θεραπεία τους. Η προσευχή λειτουργεί συμπληρωματικά, ενισχύοντας τον ασθενή ψυχικά, δίνοντάς του υπομονή και φωτίζοντας τους γιατρούς να πάρουν τις σωστές αποφάσεις.

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.docx

 

Η σύγχρονη ψυχολογία και η νευροεπιστήμη προσεγγίζουν την προσευχή όχι μέσα από το μεταφυσικό της περιεχόμενο, αλλά ως μια ισχυρή γνωστική και βιολογική διαδικασία που επηρεάζει άμεσα τον εγκέφαλο και όλο το σώμα. Όταν ένας άνθρωπος προσεύχεται, ενεργοποιούνται συγκεκριμένοι ψυχολογικοί και νευροβιολογικοί μηχανισμοί που προάγουν την ίαση και την ευεξία. Συνολικά, η σύγχρονη ψυχολογία δεν βλέπει την προσευχή ως αντικατάστατο της ιατρικής θεραπείας, αλλά ως μια εξαιρετικά αποτελεσματική, συμπληρωματική στρατηγική για τη διαχείριση του άγχους, του πόνου και της χρόνιας νόσου.

Η σύγκριση μεταξύ της χριστιανικής προσευχής και του κοσμικού διαλογισμού (mindfulness/ενσυνειδητότητα) παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τη νευροεπιστήμη. Παρόλο που και οι δύο πρακτικές επιφέρουν παρόμοια βιολογικά οφέλη –όπως η μείωση του στρες–, οι απεικονιστικές μελέτες του εγκεφάλου δείχνουν ότι ενεργοποιούν διαφορετικά νευρωνικά δίκτυα λόγω του διαφορετικού νοητικού τους προσανατολισμού.

 

1. Οι Κοινές Επιδράσεις στον Εγκέφαλο

Και οι δύο πρακτικές προκαλούν αυτό που η ιατρική ονομάζει «απόκριση χαλάρωσης»:

  • Μείωση της Δραστηριότητας της Αμυγδαλής: Τόσο η προσευχή όσο και η ενσυνειδητότητα μειώνουν τη δραστηριότητα στην αμυγδαλή, το κέντρο του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τον φόβο, τον πανικό και το άγχος.
  • Ενεργοποίηση του Προμετωπιαίου Φλοιού: Αυξάνεται η δραστηριότητα στις περιοχές που ελέγχουν την προσοχή, τη συναισθηματική ρύθμιση και τη λήψη αποφάσεων.
  • Πάχυνση του Φλοιού: Η μακροχρόνια εξάσκηση και στις δύο πρακτικές αυξάνει την πυκνότητα της φαιάς εγκεφαλικής ουσίας σε περιοχές που σχετίζονται με τη μάθηση, τη μνήμη και τη διαχείριση των συναισθημάτων.

2. Οι Σημαντικές Διαφορές στη Νευρωνική Ενεργοποίηση

Η βασική διαφορά έγκειται στο πού εστιάζει η κάθε πρακτική: η ενσυνειδητότητα εστιάζει στο εσωτερικό παρόν, ενώ η χριστιανική προσευχή εστιάζει σε μια εξωτερική σχέση.

Α. Κοσμικός Διαλογισμός (ενσυνειδητότητα)

  • Εστίαση: Στην αναπνοή, στις σωματικές αισθήσεις και στην παρατήρηση των σκέψεων χωρίς κριτική.
  • Εγκεφαλική Δραστηριότητα: Ενεργοποιεί έντονα τον δεξιό προμετωπιαίο φλοιό και την νήσο του εγκεφάλου (insula), η οποία είναι υπεύθυνη για την επίγνωσητου σώματος (ιδιοδεκτικότητα).
  •  Νευρωνικό Δίκτυο: Απενεργοποιεί το Δίκτυο Προεπιλεγμένης Λειτουργίας (Default Mode Network - DMN), το οποίο ευθύνεται για τις μηρυκαστικές σκέψεις («αναμάσημα» του παρελθόντος ή ανησυχία για το μέλλον).

 

Ζαν-Φρανσουά Μιγιέ: El Ángelus (Προσευχή «Ο 'Αγγελος») (1857-9).

 

Β. Χριστιανική Προσευχή (Ιδιαίτερα η Νοερά Προσευχή ή η Προσευχή Συνομιλίας)

  • Εστίαση: Στο Πρόσωπο του Θεού ή του Χριστού, στην επικοινωνία, την ευγνωμοσύνη και την αγάπη.
  • Εγκεφαλική Δραστηριότητα: Ενεργοποιεί έντονα τον αριστερό προμετωπιαίο φλοιό (που σχετίζεται με τα θετικά συναισθήματα και την προσέγγιση) και τις περιοχές που σχετίζονται με τη γλώσσα και την κοινωνική νόηση (όπως ο κροταφικός λοβός).
  • Το Νευρωνικό Δίκτυο της Σχέσης: Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την προσωπική προσευχή με τον ίδιο τρόπο που επεξεργάζεται μια συνομιλία με έναν στενό φίλο ή σύντροφο. Δεν πρόκειται για απομόνωση του εαυτού, αλλά για κοινωνική σύνδεση.

Συνοπτικά, η ενσυνειδητότητα εκπαιδεύει τον εγκέφαλο να είναι ένας «ουδέτερος παρατηρητής». Βοηθά στην αποστασιοποίηση από τον πόνο και τις αρνητικές σκέψεις. Η Χριστιανική Προσευχή εκπαιδεύει τον εγκέφαλο στη «σχεσιακή ασφάλεια». Παρέχει το αίσθημα ότι ο άνθρωπος αγαπιέται, προστατεύεται και υποστηρίζεται ενεργά από μια Ανώτερη Δύναμη, γεγονός που ενεργοποιεί βαθιά τα συστήματα προσκόλλησης και ανταμοιβής του εγκεφάλου (έκκριση ωκυτοκίνης και ντοπαμίνης).

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ & ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ.docx

 

 

 

 

 

 

Τα Ύστερα Κουαρτέτα Εγχόρδων (Opp. 127, 130, 131, 132, 135 & 133) είναι η πνευματική κορύφωση του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν ( 1770-1827, βλ. και https://tinyurl.com/2fhfn2h4 , https://tinyurl.com/39vbkxap , https://tinyurl.com/7y9znfzz & https://tinyurl.com/34xm64za ). Γραμμένα την περίοδο 1824-1826, ξεπερνούν τα παραδοσιακά όρια μορφής των 4 μερών, συνδυάζουν εξαιρετική πολυφωνική πολυπλοκότητα, ως μέσο συναισθηματικής έκφρασης, με εσωτερική, μυστικιστική εμβάθυνση, εναλλαγή από στιγμές απόλυτης σιωπής σε εκρηκτικά ξεσπάσματα και καταγράφουν μια οδυνηρή ανθρώπινη διαδρομή προς την υπέρβαση, την ειρήνη και την αποδοχή, αποτελώντας σταθμό για την ιστορία της μουσικής.

 

 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΩΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ.docx

 

Το 15ο από αυτά τα όψιμα κουαρτέτα, σε λα ελάσσονα, Op. 132 ξεκίνησε ως μέρος μιας τριάδας κουαρτέτων (Op. 127, 132, 130) μετά από παραγγελία του Ρώσου πρίγκιπα Νικόλαου Γκαλίτζιν και περιλαμβάνει τον περίφημο « Ιερό Ευχαριστήριο Ύμνο - Heiliger Dankgesang », γραμμένο ως ευγνωμοσύνη προς τον Θεό για την ανάρρωση του συνθέτη από μια βαριά ασθένεια. Αποτελεί μια βαθιά θρησκευτική εμπειρία σε μουσική μορφή. Το ιστορικό πλαίσιο της ασθένειας του Μπετόβεν το 1825 δεν γέννησε απλώς το 3ο μέρος στην τελική μορφή του κουαρτέτου [ Ιερός Ευχαριστήριος Ύμνος που προσφέρεται από έναν αναρρώνοντα προς το Θείο, σε λυδικό τρόπο γραφής. Ρυθμός αρχικά πολύ αργός και κατόπιν μέτριoς / Heiliger Dankgesang eines Genesenen an der Gottheit, in der Lydischen Tonart. Molto adagio (Lydian) – Andante ], αλλά ανέτρεψε πλήρως την αρχική αρχιτεκτονική δομή του 15ου Κουαρτέτου. Μετέτρεψε ένα συμβατικό ανάθεμα παραγγελίας σε ένα βαθιά προσωπικό, υπαρξιακό μνημείο. Η παραγγελία απέκτησε αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Η μουσική έπαψε να είναι μια αφηρημένη καλλιτεχνική δημιουργία για έναν ευγενή και έγινε η προσωπική κατάθεση ενός ανθρώπου που κοίταξε τον θάνατο στα μάτια. Η νόσος, ως κινητήρια δύναμη,  έδωσε στο έργο την ωμότητα, την ειλικρίνεια και το πνευματικό βάρος που το χαρακτηρίζουν. Ο Μπετόβεν μετέτρεψε το έργο σε ένα αυτοβιογραφικό ταξίδι από το σκοτάδι στο φως, με την τελική νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο, ένας θρίαμβος που κερδήθηκε μέσα από τη δοκιμασία της νόσου του συνθέτη.

Την άνοιξη του 1825, ο 54χρονος Μπετόβεν —πλέον ολοκληρωτικά κωφός— υπέφερε από μια βαριά, απειλητική για τη ζωή του γαστρεντερίτιδα με οξύ κοιλιακό πόνο και πιθανότατα πρώιμα σημεία της κίρρωσης του ήπατος που, δύο χρόνια αργότερα, συνετέλεσε στον θάνατό του. Ο προσωπικός του γιατρός, Δρ Άντον Μπράουνχοφερ , του επέβαλε αυστηρότατη δίαιτα (απαγόρευση κρασιού, καφέ και μπαχαρικών) και τον έστειλε για μήνες απομόνωσης στο θέρετρο Μπάντεν για ανάρρωση. Ο Μπετόβεν τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ που έγραψε σε φίλο του: «Ίσως να μην σε ξαναδώ ποτέ∙ να με σκέφτεσαι». Όταν τελικά η υγεία του συνθέτη βελτιώθηκε το καλοκαίρι, αυτός επέστρεψε στο κουαρτέτο με μια εντελώς νέα δημιουργική ορμή. Πριν αρρωστήσει, ο Μπετόβεν σχεδίαζε ένα τυπικό κλασικό κουαρτέτο 4 μερών. Η ανάρρωσή του όμως τον ώθησε να σπάσει τους κανόνες, προσθέτοντας ένα επιπλέον μέρος, τον Ιερό Ευχαριστήριο Ύμνο, ως το κέντρο βάρους του κουαρτέτου, και μετατρέποντας το έργο σε μια συμμετρική, αψιδωτή δομή γύρω από αυτόν.

Η νέα δομή των 5 μερών αντανακλά την ψυχολογική πορεία του ασθενούς συνθέτη και την ίασή του. Ο Ιερός Ευχαριστήριος Ύμνος τοποθετείται ακριβώς στη μέση του κουαρτέτου (ως 3ο μέρος) και λειτουργεί ως ο πνευματικός πυρήνας ολόκληρου του έργου. Είναι η στιγμή της καθαρής προσευχής και της σωματικής αναζωογόνησης (Neue Kraft).

Ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε το βιολογικό του βίωμα για να εισαγάγει μια νέα μορφή μουσικής αφήγησης: την κυκλική ψυχολογική εξέλιξη. Στα προηγούμενα έργα του (όπως στην 5η Συμφωνία), η πορεία ήταν γραμμική: από την πάλη στον θρίαμβο (per aspera ad astra). Στο Op. 132, λόγω της εμπειρίας της ασθένειας, η δομή γίνεται κυκλική. Η εναλλαγή ανάμεσα στο λυδικό τμήμα (αδυναμία σώματος και προσευχή) και τη Ρε μείζονα (νέα δύναμη) αποτυπώνει την πραγματική αίσθηση της ανάρρωσης: ο άνθρωπος που αναρρώνει δεν γίνεται καλά αμέσως. Έχει στιγμές δύναμης, στιγμές υποτροπής και περιόδους στατικής ξεκούρασης. Η νόσος, δηλαδή, επέβαλε μια ρεαλιστική ψυχολογική χαρτογράφηση πάνω στη μουσική φόρμα.

Κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του, καθηλωμένος στο κρεβάτι, ο Μπετόβεν δεν μπορούσε να δοκιμάζει μεγάλες ορχηστρικές ιδέες. Στράφηκε στη μελέτη της αυστηρής αντίστιξης [συγκεκριμένα του Παλεστρίνα (16ος αι.)]. Η νόσος περιόρισε τις φυσικές του δυνάμεις, αναγκάζοντάς τον να εστιάσει στην απόλυτη οικονομία των μέσων. Κάθε όργανο στο Op. 132 απέκτησε μια απόλυτα αυτόνομη, «γραμμική» φωνή. Η σύνθεση ως μια πνευματική άσκηση πειθαρχίας και εσωτερικής οργάνωσης, βοήθησε τον καλλιτέχνη-δημιουργό να ξεπεράσει τον σωματικό πόνο και την κατάθλιψη της περιόδου εκείνης. Χωρίς την κρίση υγείας του 1825, το 15ο Κουαρτέτο θα ήταν αναμφίβολα ένα αριστούργημα της κλασικής περιόδου της μουσικής. Λόγω της ασθένειας του συνθέτη, όμως, μετατράπηκε σε μια υπερβατική, σχεδόν θρησκευτική εμπειρία που ξεπέρασε τα όρια της εποχής του.

 

Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, Ο Γερμανός συνθέτης σε χωράφι και τοπίο με πιστούς της εκκλησίας.

Η μουσική ανάλυση του Iερού Eυχαριστήριου Ύμνου του Μπετόβεν βασίζεται στην εναλλαγή δύο διαφορετικών κόσμων: της προσευχής και της ανάκτησης της υγείας.  Το ηχόχρωμα είναι «καθαρό» και απογυμνωμένο από ρομαντικά πάθη. Η έλλειψη αλλοιώσεων (διέσεων ή υφέσεων) δίνει την αίσθηση ενός λευκού, αμόλυντου καμβά, που αποτυπώνει την ψυχική κάθαρση μετά την ασθένεια. Το 3ο αυτό μέρος του 15ου κουαρτέτου εναλλάσσει αργούς, κατανυκτικούς ύμνους (στην παλαιά λυδική λειτουργική κλίμακα) με φωτεινά, χορευτικά τμήματα που φέρουν την ένδειξη «Νιώθοντας νέα δύναμη- Neue Kraft fühlend». 

Το μέρος ανοίγει με ένα θρησκευτικό χορικό, με χρήση της μεσαιωνικής λυδικής εκκλησιαστικής λειτουργίας.Ο λυδικός τρόπος είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς επτάτονους μουσικούς τρόπους (modes). Ο Μπετόβεν στράφηκε σκόπιμα στην παλαιά εκκλησιαστική μουσική για να βρει μια μουσική γλώσσα που θα μπορούσε να εκφράσει το θείο στοιχείο, ξεφεύγοντας από τους κανόνες της κλασικής αρμονίας της εποχής του. Αυτή η επιλογή δίνει στο έργο έναν αιθέριο, απόκοσμο και πνευματικό χαρακτήρα, επιβάλλοντας μια θρησκευτική, σχεδόν διαλογιστική αποστασιοποίηση. Δημιουργεί ένα ψυχρό, λευκό, «νεφελώδες» φως, αποκομμένο από την πραγματικότητα, ένα φωτεινό μεν, αλλά ταυτόχρονα ασταθές και «μετέωρο» άκουσμα, σαν η μουσική να αιωρείται στον αέρα. Η μουσική χάνει την αίσθηση του χρόνου και της κατεύθυνσης. Δεν υπάρχει «δράμα» ή «πάλη», παρά μόνο μια κατάσταση απόλυτης, στατικής γαλήνης και αιώνιας προσευχής. Ο αρχικός αυτός ρυθμός είναι πολύ αργός, σχεδόν μη αντιληπτός, σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος (Πολύ αργά-Molto adagio) με πυκνές συγχορδίες ώστε να αποπνέει μια αίσθηση βαθιάς κατάνυξης και ηρεμίας. Η ενορχήστρωση και η γραφή για τα τέσσερα έγχορδα του κουαρτέτου στον Ιερό Ευχαριστήριο Ύμνο  είναι εξίσου ριζοσπαστική με τη χρήση της λυδικής κλίμακας. Ο Μπετόβεν χειρίζεται τα όργανα με τρόπο που αψηφά τις παραδοσιακές ισορροπίες, για να πετύχει έναν ήχο απόκοσμο, σχεδόν άυλο. Η αιθέρια αίσθηση ενισχύεται μέσα από τις εξής ενορχηστρωτικές τεχνικές: Ο Μπετόβεν σημειώνει στην παρτιτούρα την ένδειξη sotto voce (χαμηλόφωνο, σαν ψίθυρος). Στην εκτέλεση, αυτό μεταφράζεται συχνά σε μια εντελώς «λευκή» ποιότητα ήχου, χωρίς το παραδοσιακό ρομαντικό βιμπράτο (κυματισμό). Η δομή του κομματιού βασίζεται, όπως είπαμε, σε ένα επανεμφανιζόμενο λυδικό χορικό. Στο τελευταίο, τα όργανα δεν παίζουν μια μελωδία με συνοδεία, αλλά κινούνται όλα μαζί με νότες μεγάλης διάρκειας (ολόκληρες ή μισές).Δεν υπάρχουν έντονα ρυθμικά σχήματα, εμφάσεις ή κορυφώσεις. Η κίνηση των δοξαριών είναι αργή και συνεχής, κάνοντας τις αλλαγές των συγχορδιών να μοιάζουν με αργή μετατόπιση νεφών στον ουρανό. Το τσέλο, που παραδοσιακά λειτουργεί ως η «βαριά», γειωμένη βάση του κουαρτέτου, εδώ, στα λυδικά χορικά, συχνά οδηγείται σε πιο ψηλές περιοχές ή παίζει πολύ απαλά. Χάνοντας τη «βαριά» του λειτουργία, το κουαρτέτο στερείται «ακουστικού βάρους». Η μουσική στα λυδικά χορικά δεν σπρώχνει προς τα εμπρός ούτε πατάει γερά στο έδαφος· μοιάζει να ίπταται. Τα όργανα ηχούν επίπεδα, καθαρά και «στεγνά», θυμίζοντας περισσότερο εκκλησιαστικό όργανο της Αναγέννησης παρά έγχορδα του 19ου αιώνα. Αυτό αφαιρεί κάθε ανθρώπινο πάθος και προσδίδει έναν υπερβατικό χαρακτήρα. Στο κλασικό κουαρτέτο, τα όργανα κινούνται συνήθως κοντά το ένα στο άλλο για να δημιουργούν γεμάτο, συμπαγή ήχο. Εδώ, ο Μπετόβεν τοποθετεί τα όργανα σε πολύ μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους (ανοιχτή αρμονία). Για παράδειγμα, το πρώτο βιολί παίζει σε πολύ υψηλή περιοχή, ενώ το τσέλο κρατά μια πολύ χαμηλή νότα, αφήνοντας ένα τεράστιο «κενό» στη μεσαία περιοχή. Αυτό το ακουστικό κενό επιτρέπει στον ήχο να «αναπνέει» και δημιουργεί την αίσθηση του απέραντου χώρου, σαν η μουσική να αντηχεί μέσα σε έναν άδειο, τεράστιο καθεδρικό ναό.

Ο Μπετόβεν χωρίζει τον ύμνο σε εναλλασσόμενα μέρη. Καθώς η μουσική προχωρά, η γαλήνη του λυδικού χορικού διακόπτεται ξαφνικά από μια δραματική αλλαγή στον ρυθμό (Μέτριoς ρυθμός-Andante) και στη συνέχεια επανέρχεται στο «Πολύ αργά-Molto adagio» του λυδικού χορικού. Ανάμεσα λοιπόν σε κάθε εμφάνιση του χορικού παρεμβάλλεται ένα συγκριτικά γρηγορότερο τμήμα με τον τίτλο «Νιώθοντας νέες δυνάμεις - Neue Kraft fühlend», όπου η μουσική γίνεται πιο ρυθμική, αισιόδοξη και κινητική, σαν να καταγράφει τον αποκατεστημένο ρυθμό της αναπνοής και την επιστροφή της σωματικής ενέργειας και δύναμης. Είναι ο παλμός της καρδιάς που επιστρέφει στους κανονικούς, ζωτικούς του ρυθμούς. Τα μουσικά όργανα αρχίζουν να παίζουν με έντονες τρίλιες, ποικίλματα και μεγάλες αυξομειώσεις δυναμικής [crescendo και decrescendo (diminuendo)]. Αυτά τα «στολίδια» ακούγονται σαν το κελάηδισμα των πουλιών ή το θρόισμα των φύλλων – μια ξεκάθαρη γιορτή της φύσης και της αισθητηριακής εμπειρίας. Τα όργανα παίζουν πλέον αξιοποιώντας όλο το εύρος του δοξαριού τους, με ένταση. Το τσέλο αποκτά ξανά τον παραδοσιακό του ρόλο, προσφέροντας ένα ισχυρό, ρυθμικό μπάσο που στηρίζει με σιγουριά το οικοδόμημα. Στα σχετικά γρηγορότερα αυτά τμήματα,  ο Μπετόβεν αλλάζει την τονικότητα σε Ρε μείζονα και το τέμπο γίνεται μέτριο, δηλ. σχετικά πιο γρήγορο, και χορευτικό. Το κάθε τέτοιο τμήμα λειτουργεί ως αντίστιξη (ταυτόχρονη συνήχηση δύο ή περισσότερων ανεξάρτητων μελωδικών γραμμών). Εκφράζει τη χαρά της ζωής, τον ενθουσιασμό της ανάρρωσης και την ευγνωμοσύνη για την επιστροφή στη ζωή. Η μετάβαση από το λυδικό χορικό τμήμα στο τμήμα σε Ρε μείζονα («Νιώθοντας νέες δυνάμεις») αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές και δραματικές στιγμές σε ολόκληρη την ιστορία της μουσικής  δωματίου. Η είσοδος της Ρε μείζονος λειτουργεί ως μια ξαφνική έκρηξη χρωμάτων στον καμβά, προσφέροντας στον ακροατή μια άμεση αίσθηση ζεστασιάς, σιγουριάς και σωματικής ευεξίας. Ο Μπετόβεν χρησιμοποιεί αυτήν τη δραματική αντίθεση-εναλλαγή για να αποτυπώσει μουσικά το πέρασμα από το μεταίχμιο του θανάτου στην επιστροφή της ζωής. Χρησιμοποιεί σύνθετες τεχνικές αντίστιξης, όπου τα τέσσερα όργανα του κουαρτέτου πλέκονται σε μια πολύπλοκη και ζωντανή πολυφωνία, υποδηλώνοντας τη συνειδητοποίηση της νίκης επί του θανάτου. Το μεγαλείο του ύμνου έγκειται στην ένωση των εναλλασσόμενων αντιθέσεων των δύο ρυθμών. Ο Μπετόβεν επιστρέφει δυο φορές στο αρχικό λυδικό χορικό, το οποίο, όπως τονίσαμε,  μπλέκεται αρμονικά με το γρηγορότερο, χορευτικό θέμα. Αυτή η εναλλαγή συμβαίνει δύο φορές μέσα στον ύμνο, δημιουργώντας μια κυκλική δομή (Λυδικό – Ρε μείζονα – Λυδικό – Ρε μείζονα – Λυδικό). Κάθε φορά που ο Μπετόβεν επιστρέφει στο λυδικό τμήμα, αυτό ακούγεται ακόμα πιο βαθύ, καθώς έχει μεσολαβήσει η εμπειρία της ζωτικής δύναμης. Ο χορός και η προσευχή ενώνονται σε μια στιγμή απόλυτης συμφιλίωσης μεταξύ ανθρώπου και Θεού, σώματος και πνεύματος.

Η κατάληξη-επίλογος (coda) του Ιερού Ευχαριστήριου Ύμνου  αποτελεί την πνευματική κορύφωση του έργου. Ο Μπετόβεν δεν επαναλαμβάνει απλώς τα προηγούμενα μουσικά θέματα, αλλά τα μεταμορφώνει σε μια βαθύτερη σύνθεση που οδηγεί σε αίσθηση εσωτερικής γαλήνης και αποδοχής. Καθοριστικό στοιχείο είναι η ένδειξη «Με την πιο βαθιά εσωτερική αίσθηση - Mit innigster Empfindung», η οποία υποδηλώνει ότι η μουσική αποκτά χαρακτήρα προσωπικής προσευχής και εσωτερικού διαλόγου με το θείο στοιχείο. Η έκφραση δεν απευθύνεται πλέον στο κοινό, αλλά αποτυπώνει την πιο ειλικρινή πνευματική εμπειρία του συνθέτη. Παράλληλα, οι τέσσερις φωνές του κουαρτέτου συνδέονται μέσα από συνεχή αντίστιξη και κανονική μίμηση. Τα όργανα διαδέχονται το ένα το άλλο επαναλαμβάνοντας το ίδιο μοτίβο, δημιουργώντας έναν ενιαίο, αιθέριο ηχητικό ιστό που δίνει την εντύπωση ότι η μουσική ανυψώνεται προς τον ουρανό. Στο τέλος της coda, ο Μπετόβεν αποδομεί σταδιακά τον μουσικό λόγο. Οι νότες αραιώνουν, οι δυναμικές σβήνουν σε pianissimo και το έργο ολοκληρώνεται με ήρεμες συγχορδίες στη λυδική κλίμακα του Φα. Η μουσική δεν καταλήγει θριαμβευτικά, αλλά χάνεται μέσα στη σιωπή, αφήνοντας την αίσθηση ότι συνεχίζει να υπάρχει πέρα από τον ήχο, ως σύμβολο πνευματικής γαλήνης και ολοκλήρωσης. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μπετόβεν μετέτρεψε την προσωπική του περιπέτεια υγείας σε ένα παγκόσμιο μνημείο ανθρώπινης πνευματικότητας.

 

 

Θα γνωρίσουμε τον Ιερό Ευχαριστήριο Ύμνο από τη δισκογραφική εκτέλεσή του από το Κουαρτέτο Εγχόρδων Χόλιγουντ, την άνοιξη του 1957. Η ιστορική αυτή ηχογράφηση αναφοράς χαρακτηρίζεται μουσικά για την άψογη τεχνική και την αψεγάδιαστη ομοιογένειά της∙ ορισμένοι κριτικοί έχουν επισημάνει - εγώ διαφωνώ - ότι το τέμπο είναι ελαφρώς γρηγορότερο απ’ ό,τι απαιτεί το βαθιά διαλογιστικό ιδανικό του κομματιού, στερώντας, ενδεχομένως, μέρος από την κατανυκτική ατμόσφαιρα και από την βαθιά, αργή εσωτερικότητα που ταιριάζει απόλυτα στη μυσταγωγία του εν λόγω ύμνου. Η ομάδα των τεσσάρων μουσικών ( Φέλιξ Σλάτκιν, βιολί, Πολ Σιούρ, βιολί, Άλβιν Ντίνκιν, βιόλα & Έλεονορ Άλερ, τσέλο ) προσφέρει έναν εκπληκτικά ομαλό, γυαλισμένο και σε ορισμένα σημεία έντονα «συμφωνικό» ήχο, με αξιοθαύμαστη τεχνική αρτιότητα.  Η τεχνική δεξιοτεχνία του συνόλου χρησιμοποιείται πάντα στην υπηρεσία του απώτερου μουσικού νοήματος. Πρόκειται για μια ερμηνεία κύρους, αυτοσυγκράτησης και καθαρότητας που έχει αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου.

ΜΠΕΤΟΒΕΝ 3ο μέρος 15ου κουαρτέτου - Ιερός Ευχαριστήριος Ύμνος - Κουαρτέτο Χόλιγουντ.mp3

 

Ερώτηση 1 / 1 (Ελεύθερου Κειμένου — 10 βαθμοί) 

Ως μελλοντικ-οί/-ές ιατροί, πώς αντιλαμβάνεστε την ίαση; Πώς μπορείτε να συντελέσετε στο να κινητοποιηθούν μηχανισμοί αυτοενίσχυσης των εσωτερικών δυνάμεων των μελλοντικών ασθενών σας έναντι των νόσων τους, ανάλογοι εκείνων της εν λόγω περίπτωσης του Μπετόβεν;