Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
Κωδικός : MED2135
500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός
ΠΩΣ ENA ΕΡΩΤΙΚΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΕ ΘΡΙΑΜΒΟ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΕ ΦΩΣ.
Περιγραφή
Η μουσική του Γκούσταβ Μάλερ (1860–1911), με την οποία συχνά ασχολούμαστε στο μάθημά μας ( λ.χ. https://tinyurl.com/nvtc9a7k , https://tinyurl.com/5yhnxztv , https://tinyurl.com/ye277r43 , https://tinyurl.com/mpv3pfm8 & https://tinyurl.com/ne6je7ue ), θεωρείται η γέφυρα ανάμεσα στον ρομαντισμό του 19ου αιώνα και στον μοντερνισμό του 20ού. Η Βιέννη των αρχών του 20ού αι. είχε ένα κλίμα τρομερά εύφορο για καλλιτεχνική δημιουργία. Τα έργα του Μάλερ χαρακτηρίζονται από τεράστια συναισθηματική κλίμακα και φιλοσοφικό βάθος, πρωτοποριακή και άκρως ευρηματική χρήση της ορχήστρας με έμφαση σε σολιστικά όργανα μέσα στον όγκο της ορχήστρας και συνδυάζουν υψηλή πνευματικότητα με λαϊκές μελωδίες, στρατιωτικά εμβατήρια και ήχους της φύσης. Βάσει της μαξιμαλιστικής αντίληψης του Μάλερ, «Η συμφωνία πρέπει να είναι σαν τον κόσμο. Πρέπει να περιέχει τα πάντα».
Το 1897 ο Γκούσταβ Μάλερ ανέλαβε την περίοπτη θέση του αρχιμουσικού στην Όπερα της Βιέννης, την οποία και επρόκειτο να διατηρήσει για μία δεκαετία. Τον Φεβρουάριο του 1901, υπέστη αιφνίδια εντερορραγία που παρά λίγο να αποβεί μοιραία για τη ζωή του. Αναγκάστηκε να χειρουργηθεί και κατόπιν να μειώσει για ένα διάστημα τον αριθμό των εμφανίσεών του. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, έχοντας πια αναρρώσει πλήρως, πέρασε τις διακοπές του στην καινούρια του εξοχική κατοικία στην περιοχή της Καρινθίας (νότια Αυστρία), κοντά στις όχθες της λίμνης Wörth. Παρά το ότι είχε βρεθεί τόσο κοντά στον θάνατο λίγους μήνες πριν, το καλοκαίρι αυτό υπήρξε για τον Μάλερ δημιουργικότατο∙ τότε ξεκίνησε μεταξύ άλλων και η σύνθεση της Πέμπτης του Συμφωνίας, που ολοκληρώθηκε το επόμενο καλοκαίρι. Στους ενδιάμεσους μήνες, ο Μάλερ είχε γνωρίσει και παντρευτεί (Μάρτιος 1902) τη σύντροφο της ζωής του, Άλμα Σίντλερ. Έτσι, το καλοκαίρι του 1901 ο Μάλερ ανάρρωνε από μία σοβαρή ασθένεια που τον είχε ταλαιπωρήσει πολύ και θα μπορούσε να είχε αποβεί μοιραία, ενώ το επόμενο καλοκαίρι βρισκόταν στο ίδιο μέρος, ερωτευμένος με την Άλμα Σίντλερ και αναμένοντας, ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε, το πρώτο του παιδί.
Ο θάνατος και ο έρωτας ( βλ. και άσκηση 20ης 3. 2025 «ἌΔΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΣ ἓΝ ΚΑΙ ΩΥΤΟ - Ο ΑΔΗΣ, Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, Ο ΕΡΩΤΑΣ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ.» ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ) είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους χτίζει το νέο συμφωνικό του οικοδόμημα ο Μάλερ, με μία περίτεχνη ενορχήστρωση. Η Πέμπτη Συμφωνία σχετίζεται έτσι -εμμέσως πλην σαφώς- με τα ανωτέρω γεγονότα στη ζωή του Μάλερ τα δύο διαδοχικά καλοκαίρια και ο θάνατος και ο έρωτας αποτελούν ευδιάκριτα συστατικά στοιχεία του μουσικού νοήματος της εν λόγω Συμφωνίας. Ωστόσο, ο συνθέτης απέφυγε επιμελώς να συνδέσει ευθέως τη μουσική της Πέμπτης Συμφωνίας του με συγκεκριμένες προγραμματικές ιδέες, γεγονός που συνιστούσε σημαντική καινοτομία γι' αυτόν. Κατ' αναλογία, απομακρύνθηκε από την αξιοποίηση της ανθρώπινης φωνής ως συστατικού στοιχείου της συμφωνικής μουσικής του γλώσσας, αρκούμενος σε μικρές, σύντομες παραπομπές σε μοτίβα τραγουδιών του. Στην Πέμπτη, ο Μάλερ στράφηκε προς μία πιο αφηρημένη, υποκειμενική και δαιδαλώδη δομικά γραφή, εξίσου φορτισμένη συναισθηματικά με αυτή προηγούμενων συμφωνικών του έργων αλλά και πιο ανοικτή σε διαφορετικές αναγνώσεις. Έχοντας πλήρη συναίσθηση αυτών των καινοτομιών, πρώτος ο Μάλερ επεσήμανε τις δυσκολίες κατανόησης που δυνητικά έκρυβε η Πέμπτη, αν και αυτή σήμερα είναι καθιερωμένη ως μία από τις πιο δημοφιλείς του συμφωνίες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί η έμφαση που εν προκειμένω έδωσε ο συνθέτης στη διαύγεια της ενορχήστρωσης, παρά το ότι αξιοποίησε, όπως και στο παρελθόν, μία τεράστια ορχήστρα. Δεν είναι τυχαίο πως μέχρι το τέλος της ζωής του, ο τελειομανής Μάλερ συνέχιζε να κάνει διορθώσεις στην ενορχήστρωση της Πέμπτης, παραδεχόμενος μάλιστα πως αρχικά είχε υποπέσει σε πληθώρα «λαθών» που έχρηζαν αναθεώρησης. Λόγω των πολλών καινοτομιών και της περιπλοκότητάς της, η συμφωνία δεν έτυχε πλήρους αποδοχής εξαρχής, αλλά χρειάστηκε χρόνος μέχρι να αναγνωριστεί καθολικά η αξία της. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Μάλερ στην πρεμιέρα της: «Κανείς δεν την κατάλαβε. Μακάρι να μπορούσα να τη διευθύνω πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό μου».
Η Πέμπτη Συμφωνία θεωρείται το πρώτο μεγάλο έργο της ύστερης περιόδου του Μάλερ. Χαρακτηρίζεται από το πλήθος των έντονων και αντικρουόμενων συναισθημάτων που πραγματεύεται, αφού την τραγωδία διαδέχεται η χαρά, τον πόνο η απόλαυση και την απελπισία η ελπίδα. Αυτός ο δισυπόστατος χαρακτήρας της είναι αποτέλεσμα της δημιουργίας της κατά τη διάρκεια των δύο διαδοχικών καλοκαιρινών διακοπών του συνθέτη (1901-02) που αναφέραμε ήδη, στη βίλα του στη Νότια Αυστρία, με τη ψυχική του διάθεση να είναι εκ διαμέτρου αντίθετη το ένα καλοκαίρι από το άλλο. Σε αντίθεση με τις τέσσερις πρώτες συμφωνίες του, ο Μάλερ εγκαταλείπει εδώ τις έντονες μεταφυσικές και θεολογικές του αναζητήσεις, επιλέγοντας πιο «γήινα» θέματα, που μέσα από το βιωματικό τους χαρακτήρα ασκούν άμεση επίδραση στον ίδιο και τον οδηγούν σε βαθύτερες και πιο επίπονες ενδοσκοπήσεις.
Πορτρέτο του Μάλερ από τον Άντον Βάγκνερ
Η Πέμπτη Συμφωνία χαρακτηρίζεται από μία σφιχτή τριμερή δομή (3 ενότητες), όπου το 1ο και το 2ο μέρος αποτελούν μία ενότητα, όπως ακριβώς και το 4ο με το 5ο. Ενδιάμεσα δεσπόζει ένα τεράστιο σκέρτσο διάρκειας 20 λεπτών, το οποίο ο Μάλερ χρησιμοποιεί σαν το κέντρο ενός περιστρεφόμενου τροχού, με τις άλλες δύο ενότητες να στριφογυρίζουν γύρω του, χωρίς απαραίτητα μέσω αυτού να επιθυμεί να καταλήξει κάπου συγκεκριμένα.
Ας γνωρίσουμε τις ενότητες και τα μέρη της Πέμπτης Συμφωνίας:
Α’ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
Η πρώτη, στην οποία περιλαμβάνονται τα δύο αρχικά μέρη, διαπνέεται από μία αίσθηση «τέλους», που μπορεί να νοηθεί ως τέλος μίας ζωής αλλά και μίας ολόκληρης εποχής.
1ο μέρος. Trauermarsch. In gemessenem Schritt. Streng. Wie ein Kondukt (Πένθιμο εμβατήριο. Με μετρημένο βηματισμό. Αυστηρά. Σαν σε μία πομπή).
Το 1ο μέρος, ένα σκοτεινό, μακάβριο, αγωνιώδες πένθιμο εμβατήριο, κινείται, ως επί το πλείστον, σε μελανά, θρηνητικά ηχοχρώματα. Το εναρκτήριο σόλο της τρομπέτας δίνει άμεσα ένα σαφές στίγμα δραματικότητας και μιας πρώτης εσωτερικής σύγκρουσης, που κυριαρχεί ως την εμφάνιση ενός νέου θέματος στα έγχορδα, σε πιο χαμηλούς τόνους αυτή τη φορά - που παραπέμπει στο τραγούδι του Μάλερ «Ο μικρός τυμπανιστής» από τη συλλογή «Το μαγικό κόρνο του αγοριού» (το τραγούδι αναφέρεται σε ένα νεαρό αγόρι που οδηγείται προς εκτέλεση) - και έτσι το 1ο μέρος καταλήγει βαθμιαία σε παραίτηση.
2ο μέρος. Sturmisch bewegt, mit größter Vehemenz (Με θυελλώδη κίνηση, με μέγιστη ορμή).
Ο θρήνος του 1ου μέρους μεταμορφώνεται στο 2ο σε παθιασμένη οργή. Η ατμόσφαιρα εδώ είναι εμφανώς εκρηκτική: με σκληρές χειρονομίες, εξπρεσιονιστικής έντασης, ο συνθέτης σκιαγραφεί μία άγρια και μοιραία επώδυνη (εσωτερική) σύγκρουση χωρίς ορατή διέξοδο. Το 2ο μέρος ξεκινά διαχέοντας μία απίστευτη ποσότητα ενέργειας, η οποία διακόπτεται συχνά από στιγμές έντονης απελπισίας, σε μία οργισμένη μάχη μεταξύ του λυτρωτικού οράματος ενός παραδείσου και της βασανιστικής απόγνωσης μιας κόλασης. Προς στιγμήν, όμως, τα χάλκινα πνευστά φαίνεται να προσφέρουν μία ανεπαίσθητη αχτίδα φωτός, αρχίζοντας να παίζουν ένα θριαμβευτικό θέμα (σαν χορικό) που ποτέ όμως δεν ολοκληρώνεται, αφήνοντας τα ερωτήματα να αιωρούνται – δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή.
Β’ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
3ο μέρος. Scherzo. Kraftig, nicht zu schnell (Σκέρτσο. Ρωμαλέα. Όχι πολύ γρήγορα).
Την τραγική ατμόσφαιρα έρχεται να διαλύσει το 3ο μέρος, που συνιστά από μόνο του τη δεύτερη ενότητα και το κομβικό σημείο, τη ραχοκοκαλιά ολόκληρης της Συμφωνίας. Αρχικά το σκέρτσο ξεχύνεται σαν βακχικός χορός που συνενώνει τις αντίθετες διαθέσεις του έργου και τις εξυψώνει σε ένα ανώτερο επίπεδο, άλλοτε σκορπώντας θετική ενέργεια και άλλοτε επεισόδια μελαγχολικής διάθεσης, όπως για παράδειγμα μέσα από τα ρομαντικά σόλι των κόρνων, τα οποία εξισορροπεί κάθε φορά με εντελώς αντίθετα συναισθήματα, σε μία σχεδόν σχιζοφρενική εναλλαγή. Παράλληλα, στο πλαίσιο μίας μακράς αναπτυξιακής διαδρομής, παρατίθεται πληθώρα θεματικών στοιχείων, που έχουν έντονα χορευτική διάσταση ακροβατώντας ανάμεσα στο ύφος ενός λαϊκού αυστριακού χορού, του λέντλερ-Ländler και την κομψότητα ενός συγκριτικά γρηγορότερου αριστοκρατικού βαλς. Το σκέρτσο αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο σε διάρκεια μέρος όλου του έργου (και το εκτενέστερο σκέρτσο σε συμφωνία του Μάλερ, εν γένει) και προσλαμβάνει τις πιο ετερόκλητες διαστάσεις κατά τρόπο σχεδόν «σχιζοφρενικό», όπως προελέχθη. Ο ίδιος ο Μάλερ αναφερόμενος στο μέρος αυτό χρησιμοποίησε εύστοχα τη φράση «ο άνθρωπος στο πλήρες φως της μέρας, στο ζενίθ της ζωής».
Γ’ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
Τα δύο τελευταία μέρη (που γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1902) συναποτελούν την τρίτη ενότητα του έργου.
To Adagietto, έργο της Λίντια Λιι.
4ο μέρος. Adagietto, Sehr langsam (Πολύ αργά).
5ο μέρος. Rondo - Finale, Allegro.
Ο Μάλερ, διάγοντας εύλογα μία περίοδο ψυχικής ευφορίας μετά τον γάμο του, συνέθεσε το νοσταλγικό Adagietto για έγχορδα και άρπα ως μία εκ βαθέων έκφραση του έρωτά του για την Άλμα, υπό τη μορφή ενός αισθησιακού «τραγουδιού χωρίς λόγια». Με θεματικές παραπομπές στο τραγούδι «Είμαι χαμένος απ’ τον κόσμο» (από τα τραγούδια-lieder σε ποιήματα του Rückert) αλλά και σε ένα μοτίβο από το δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη» (με μία αισθαντική κατιούσα έβδομη), το Adagietto λειτουργεί ως αιθέριο ιντερμέτζο ανάμεσα στο 3ο και το 5ο μέρος της Συμφωνίας, αποτελώντας συγχρόνως μία σύνθεση που εκπλήσσει με την πυκνότητα και με το ειδικό της βάρος, γεγονός που δικαιολογεί το ότι κάποιες φορές παρουσιάζεται και μεμονωμένα, εκτός του πλαισίου της Συμφωνίας, όντας ίσως η πιο γνωστή και πιο συχνά εκτελεσμένη σύνθεση του Μάλερ. Ο μελωδικός διάλογος των εγχόρδων με την άρπα καθηλώνει, ενώ ο συνθέτης αφήνει να αιωρείται το ερώτημα για το αν πρόκειται τελικά για τραγούδι της αγάπης ή του θανάτου, ιδίως με τις νύξεις στον «Τριστάνο και Ιζόλδη» του Βάγκνερ και τα αναπάντητα ερωτήματα που αφήνει στο τέλος. Η Άλμα υποστήριξε σθεναρά την πρώτη εκδοχή και επικαλούνταν το ποίημα του συνθέτη στην παρτιτούρα: «Πόσο σ’ αγαπώ, ήλιε μου, δεν μπορώ να πω με λόγια, μπορώ μόνο θρηνήσω για σένα, λαχτάρα και αγάπη μου». Δεδομένης της αγάπης που της είχε ο συνθέτης, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι αυτή ήταν τουλάχιστον μέρος της έμπνευσής του για όλη την Πέμπτη Συμφωνία, όπως και για πολλά επόμενα έργα του∙ όμως η αναξιοπιστία της Άλμας ή, αλλιώς, το περίφημο «Ζήτημα της Άλμας» διατήρησε για καιρό μία επιφυλακτικότητα για τα λεγόμενά της. Η Άλμα δικαιώθηκε, μετά θάνατον, μέσω της μαρτυρίας του Ολλανδού μαέστρου Βίλεμ Μένγκελμπεργκ, που πιστοποίησε πως όταν ο Μάλερ έγραψε το Αdagietto, το χαρακτήρισε «αγάπη, η αγάπη που έρχεται στη ζωή μου». Όλα τα υπόλοιπα απλώς συντελούν στην ενίσχυση του μύθου γύρω απ’ αυτό το αριστουργηματικό μέρος.
Η κατάφαση του Έρωτα συμπληρώνεται με την πηγαία κατάφαση της Ζωής, που αποδίδεται με πανηγυρικούς τόνους στο θριαμβευτικό φινάλε (5o μέρος). Η λιτή αρχή του, με αλλεπάλληλα σολιστικά περάσματα από το κόρνο, το όμποε, το φαγκότο (μοτίβο από το τραγούδι «Ύμνος της υψηλής σκέψης») και το κλαρινέτο, είναι μάλλον παραπλανητική, δεδομένου ότι από εκεί και μετά η γραφή είναι άκρως πληθωρική και κατά διαστήματα περίτεχνα αντιστικτική. Η συνθετική αυτή επιλογή και πρακτική οφείλεται, σύμφωνα με κάποιους, στο ότι ο Μάλερ κατά την περίοδο ανάρρωσής του από την εντερορραγία μελέτησε σε βάθος το έργο του Γ. Σ. Μπαχ και, σε έναν βαθμό, επηρεάστηκε από αυτό. Το συγκλονιστικό αυτό φινάλε αποτελεί ένα όραμα του παραδείσου. Ξεκινά υπενθυμίζοντας την εσωτερική μάχη του 2ου μέρους, όμως εδώ προχωρά παραπέρα, υπονοώντας πλέον την ελπίδα της τελικής λύτρωσης. Ο Έρωτας είναι ο αναμφισβήτητος νικητής και έτσι επικρατεί η Ζωή έναντι του Θανάτου. Το χορικό που είχε κάνει μία αποτυχημένη απόπειρα εμφάνισης στο 2ο μέρος της Συμφωνίας, επιστρέφει πλέον προς το τέλος του 5ου μέρους και ολοκληρώνεται πια με τη δέουσα μεγαλοπρέπεια, ως θριαμβευτική κατάληξη όλης της πρότερης διαδρομής και απάντηση σε όλες τις υπαρξιακές αναζητήσεις της Συμφωνίας. Είναι ο τελευταίος σταθμός μίας περιπετειώδους διαδρομής με αρκετά απρόβλεπτα, πισωγυρίσματα, ήττες και νίκες, από την τραγικότητα και την παραίτηση του 1ου μέρους μέχρι την ασκίαστη και αμετάκλητη επικράτηση της αισιοδοξίας στο 5ο μέρος.
Ακούμε πέντε αποσπάσματα από την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ από την ηχογράφηση του έργου τo 1978 από τον αρχιμουσικό Τζέιμς Λιβάιν και την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας. Μια εκτέλεση-αναφορά για όσους αναζητούν τον ιδανικό συνδυασμό πάθους και ορχηστρικής τελειότητας. Η προσέγγιση του μαέστρου είναι εξωστρεφής, γεμάτη ενέργεια και "φλεγόμενο" δράμα, ενώ παράλληλα ακολουθεί με εντυπωσιακή ακρίβεια κάθε σημείωση του συνθέτη, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να ακούγεται σχολαστικό ή στεγνό. Η ερμηνεία του Adagietto ίσως υπερβολικά αργή αλλά «ουράνια όμορφη». Η Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας επιδεικνύει τον πλούσιο, "χρυσαφένιο" ήχο της, με ιδιαίτερη μνεία στα έγχορδα και τα χάλκινα πνευστά.
Ελαιογραφία του Ακσέλι Γκάλεν-Καλέλα (1907)
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση αυτού του πίνακα, ο Μάλερ έγραψε γι' αυτόν στη σύζυγό του, Άλμα: «Όταν ήρθε το σούρουπο, καθίσαμε στο λυκόφως μπροστά στο τζάκι, όπου τεράστια κούτσουρα φλεγόντουσαν και έλαμπαν σαν σε σιδηρουργείο. Ο Γκάλεν, που είχε κρατήσει τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου σε όλο το ταξίδι με τον πιο παράξενο τρόπο (σαν να «είχε εντοπίσει λαγό»), ξαφνικά έστησε ένα καβαλέτο και άρχισε να ζωγραφίζει το πορτρέτο μου, με μόνο φως εκείνο της φωτιάς, όπως σε πίνακες του Ρέμπραντ... Πέρασε μια ώρα: Έπρεπε να φύγω και τους αποχαιρετούσα όλους, όταν ο οικοδεσπότης μου έφερε το καβαλέτο και εκεί, προς θαυμασμό όλων, ήταν το πορτρέτο μου - εντελώς ολοκληρωμένο. Πολύ ωραίο ως πίνακας και επίσης με έντονη ομοιότητα. Εκπληκτικό!»