Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
Κωδικός : MED2135
500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός
Η ΝΟΡΑ ΤΟΥ ΧΕΝΡΙΚ ΙΜΠΣΕΝ ΤΟ ΠΑΙΡΝΕΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΙ ΑΝΑΖΗΤΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ
Περιγραφή
Ο Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Χένρικ Ίμπσεν (1828 - 1906), ως ένας από τους ιδρυτές του μοντερνισμού στο θέατρο, αναφέρεται συχνά ως ο πατέρας του ρεαλισμού και ένας από τους πιο επιδραστικούς θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του. Παιδί πτωχευμένης αστικής οικογένειας, έχοντας βιώσει από έφηβος την ανάγκη αλλά και την αφυπνιστική δύναμη της βιοπάλης, μυημένος, στη Γερμανία, από επαναστάτες διανοούμενους - θαυμαστές των σοσιαλιστικών ιδεών, με τα έργα του ξεσπαθώνει κατά της κοινωνικής, ηθικής και θεσμικής αθλιότητας. Ο Ίμπσεν σταδιακά άρχισε να εισάγει όλο και περισσότερες από τις δικές του πεποιθήσεις και κρίσεις στο θέατρο, εξερευνώντας αυτό που ονόμαζε "δράμα ιδεών". Τα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούσαν τον Ίμπσεν ανήκαν αναμφισβήτητα στο 19ο αιώνα. Από μια σύγχρονη προοπτική, οι πτυχές του έργου του που προσελκύουν περισσότερο, είναι τα ψυχολογικά ζητήματα που εξερεύνησε. Τα κοινωνικά ζητήματα, που αναδείχθηκαν τόσο έντονα στην εποχή του, εκ πρώτης όψεως θα μπορούσαν να φαντάζουν πλέον παρωχημένα, όπως και τα σκηνικά των έργων του για τη μεσαία τάξη της ύστερης βικτωριανής εποχής. Το γεγονός όμως ότι, είτε ως αναγνώσματα είτε ως παραστάσεις, παραμένουν συναρπαστικά συνιστά απόδειξη της διαρκούσης ποιότητας του Ίμπσεν ως στοχαστή και δραματουργού. Αξίζει να θυμηθούμε μια από τις πρώτες ασκήσεις του παρόντος χαρτοφυλακίου πάνω στην «Αγριόπαπια» του Ίμπσεν ( https://tinyurl.com/4an9fc78 ).
Το θεατρικό έργο του Ίμπσεν «Νόρα» ή «Το κουκλόσπιτο / Το σπίτι της κούκλας», που θα μας απασχολήσει στην παρούσα άσκηση, αποτελεί μια οξεία κριτική των συζυγικών ρόλων που γίνονταν αποδεκτοί από άνδρες και γυναίκες και χαρακτήριζαν την κοινωνία του Ίμπσεν. Ο συγγραφέας ήταν ήδη πενήντα χρονών όταν εκδόθηκε «Το κουκλόσπιτο». Ο ίδιος έβλεπε όλα τα επόμενα έργα του ως μια ακολουθία, καθώς στο τέλος της σταδιοδρομίας του τα περιέγραψε ως εκείνη τη σειρά έργων που άρχισε με «Το κουκλόσπιτο». Τα έργα του Ίμπσεν, από «Το κουκλόσπιτο» και μετά, θορύβησαν όχι μόνο τη Νορβηγία αλλά όλη την Ευρώπη, ακόμη και πέρα από τον Ατλαντικό, την Αμερική. Κανένας άλλος καλλιτέχνης, εκτός από τον μουσουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ, δεν είχε τέτοια απήχηση διεθνώς, εμπνέοντας βλάσφημη λατρεία αλλά και υστερική κατακραυγή. Όταν εκδόθηκε «Το κουκλόσπιτο» είχε εκρηκτική επίδραση: ήταν το κέντρο των συζητήσεων σε κάθε κοινωνική συγκέντρωση στη Χριστιανία (παλιά ονομασία του Όσλο). To έργο έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο της Κοπεγχάγης στις 21 Δεκεμβρίου 1879 και η δράση του τοποθετείται σε μία νορβηγική πόλη. Μια οικοδέσποινα είχε τότε γράψει στις προσκλήσεις για το σουαρέ της: "Παρακαλείσθε ευγενικά να μην αναφέρετε το νέο έργο του κυρίου Ίμπσεν". «Το κουκλόσπιτο» ήταν το πιο πολυπαιγμένο έργο στον κόσμο το 2006, χρονιά που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τον θάνατο του Ίμπσεν.
Ο Ήρκος Ρ. Αποστολίδης αναφέρεται στον Ίμπσεν και στον Στρίντμπεργκ επ’ ευκαιρία των εκδόσεων του «Κουκλόσπιτου» του κάθε συγγραφέα από τον οίκο Gutenberg.
Ο Ήρκος Ρ. Αποστολίδης μιλάει για τον Ίμπσεν και τον Στρίντμπεργκ.mp3
Δύο χρόνια μετά το χαρακτηριστικά επαναστατικό έργο του «Τα στηρίγματα της κοινωνίας», γράφοντας τη «Νόρα», ο Ίμπσεν καταγγέλλει την αστική κοινωνία για την ενδοοικογενειακή καταδίκη της γυναίκας ως «αντικειμένου», υποταγμένου στον άνδρα, χωρίς δικαιώματα βούλησης και δράσης. Πηγή της έμπνευσης του συγγραφέα υπήρξε η πεποίθηση ότι «μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι ο εαυτός της στη σύγχρονη κοινωνία», δεδομένου ότι είναι «μια αποκλειστικά ανδρική κοινωνία, με νόμους από άνδρες και με εισαγγελείς και δικαστές που αξιολογούν τη γυναικεία συμπεριφορά από αρσενική άποψη». Ο Ίμπσεν δεν αρκέστηκε στην καταγγελία. Μέσω της ηρωίδας του εξέφρασε και την ανάγκη διεκδικητικής «εξόδου» και πορείας κάθε γυναίκας προς την εργασιακή και κοινωνική της χειραφέτηση. Τα μέσα της αστικής τάξης επιτέθηκαν στο έργο του, αφού η Νόρα, κόρη πτωχευμένης αστικής οικογένειας, μάνα τριών παιδιών, παύει να είναι η «κούκλα» του άντρα της.
Πρόκειται για την ιστορία μιας γυναίκας, της Νόρας, αφοσιωμένης στο γάμο της και μητέρας τριών παιδιών, την οποία ο σύζυγός της Τόρβαλντ Χέλμερ πάντα τη μεταχειριζόταν σαν παιδί και τη θεωρούσε κτήμα του. Κάποια στιγμή η ίδια θα συνειδητοποιήσει την πραγματική οικογενειακή της κατάσταση και το «ψεύδος» πάνω στο οποίο βάσισε τη ζωή της. Αφορμή, ένα «αθώο» λάθος της του παρελθόντος, ένα καλά κρυμμένο μυστικό της που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το οικοδόμημα της φαινομενικής συζυγικής ευτυχίας. Η ίδια έρχεται σε σύγκρουση με τον έως τότε εαυτό της και τις κοινωνικές συμβάσεις της αστικής κοινωνίας.
Η 1η Πράξη του έργου μάς εισάγει την ειδυλλιακή, αλλά επιφανειακή ζωή της Νόρας και του συζύγου της του Τόρβαλντ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Η Νόρα, αφοσιωμένη σύζυγοs και μητέρα, μοιάζει να πιστεύει ότι έχει έναν ευτυχισμένο γάμο με τον Τόρβαλντ, που την αντιμετωπίζει σαν την κούκλα του σπιτιού του. Στην αρχή του έργου η Νόρα πράγματι παρουσιάζεται ως επιπόλαιη παιγνιώδης σύζυγος-«κούκλα» του συζύγου της. Στο παρελθόν, επειδή ως γυναίκα δεν δικαιούνταν δανεισμού, για να σώσει τη ζωή του αγαπημένου, τότε βαριά άρρωστου, τραπεζοϋπαλλήλου άντρα της, του Τόρβαλντ, ως πράξη αγάπης, ερήμην του δανείζεται κρυφά, πλαστογραφώντας την υπογραφή του ετοιμοθάνατου πατέρα της, και ξεπληρώνει σταδιακά το χρεωστικό γραμμάτιο, κάνοντας μεγάλη οικονομία και πουλώντας κρυφά εργόχειρά της. Στη 2η Πράξη, όταν ο δικολάβος τραπεζοϋπάλληλος και υφιστάμενος του διευθύνοντα πια την τράπεζα Τόρβαλντ, ο Κρόγκσταντ, που έχει στην κατοχή του το χρεωστικό γραμμάτιό της, προκειμένου να μην τον απολύσει ο Τόρβαλντ, την εκβιάζει ότι θα αποκαλύψει το «έγκλημά» της στον άντρα της μ’ ένα γράμμα του προς αυτόν, αυτή προσπαθεί απεγνωσμένα αλλά μάταια να μεταπείσει τον άντρα της για την απόλυση του Κρόγκσταντ, ώστε να αποτρέψει τον άντρα της από το να μάθει την αλήθεια για την πλαστογραφία της, ενώ σκέφτεται ακόμα και την αυτοκτονία. Η οικογενειακή γαλήνη της Νόρας απειλείται κάθε φορά που χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης Κρόγκσταντ απειλεί να αποκαλύψει το καλά κρυμμένο μυστικό της. Η όψιμη ανακάλυψη της Νόρας πως πέρα από τον ανώδυνο ρόλο της ξέγνοιαστης, νεαρής συζύγου, είναι αναγκασμένη να συμβιβαστεί με τη σκληρότητα της αστικής κοινωνίας, την οδηγεί σε απροσδόκητες συμπεριφορές και την φέρνει σε σύγκρουση με τον εαυτό της αλλά και με το περιβάλλον της. Το κλασικό έργο του Χένρικ Ίμπσεν, αποκαλύπτει με τρόπο διαχρονικό τις αντιφάσεις της γυναικείας ψυχολογίας, ενώ ταυτόχρονα καυτηριάζει την υποκρισία των αστών και τις κοινωνικές συμβάσεις.
Η αποκάλυψη της αλήθειας στην 3η πράξη οδηγεί το αντρόγυνο σε σύγκρουση. Ο Τόρβαλντ αντιδρά εγωιστικά, αποκαλύπτοντας την έλλειψη πραγματικής αγάπης, αληθινής κατανόησης και συντροφικότητας. Η εσωτερική αφύπνιση και μεταμόρφωση της Νόρας ξεκινά όταν συνειδητοποιεί ότι ο γάμος της βασίζεται σε ψευδαισθήσεις και κοινωνικές συμβάσεις. Όταν λοιπόν ο Κρόγκσταντ αποκαλύπτει με επιστολή του το «έγκλημα» της Νόρας στον άντρα της, εκείνος αντί να εκτιμήσει τη θυσία της, εξαγριώνεται και την ταπεινώνει πλήρως, σκεπτόμενος μόνο μην θιγεί η ανδρική και διευθυντική «τιμή» του∙ όμως, όταν εκλείπει κάθε κίνδυνος - αφού ο Κρόγκσταντ τελικά τους επιστέφει το πλαστογραφημένο γραμμάτιο έχοντας βρει το νόημα στη ζωή του επανασυνδεόμενος ερωτικά με τη φίλη της Νόρας την Κριστίνε Λίντε - τότε ο Τόρβαλντ ξαναθέλει την «κούκλα» του. Τότε, ακριβώς, είναι που η Νόρα παίρνει την τολμηρή απόφαση να τον εγκαταλείψει, αφήνοντάς του και τη φροντίδα των παιδιών, και επιλέγει μόνη να βιοποριστεί και να χειραφετηθεί. Η Νόρα συνειδητοποιεί ότι ζούσε σε ένα «κουκλόσπιτο» και εγκαταλείπει το σπίτι, τον σύζυγο και τα παιδιά της για να βρει τον αληθινό εαυτό της. Το σπίτι, είτε του πατέρα της πριν τον γάμο της είτε το τωρινό, λειτουργούσε ως φυλακή όπου η Νόρα έπαιζε ρόλους (κόρη, σύζυγος, μητέρα) αντί να ζει ως αυτόνομη προσωπικότητα. Παραιτείται από την παλιά ζωή της νιώθοντας πως πρέπει να βγει έξω στον πραγματικό κόσμο. Το τέλος του έργου με τη Νόρα να εγκαταλείπει τον σύζυγο και τα παιδιά της αποτελεί μια ριζοσπαστική πράξη αυτοπροσδιορισμού, σοκάροντας την κοινωνία του 19ου αιώνα λόγω της κριτικής του στις κοινωνικές συμβάσεις και τον γάμο. Η Νόρα, σύμβολο χειραφέτησης, μεταβαίνει από μια καταπιεσμένη «κούκλα»-σύζυγο σε μια ανεξάρτητη γυναίκα που αναζητά την ταυτότητά της. Η ανάλυση του χαρακτήρα αποκαλύπτει τη μάχη μεταξύ του «τρομαγμένου εγώ» και του αληθινού εαυτού, οδηγώντας στην τελική ρήξη με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής. Ο Ίμπσεν μέσω της «Νόρας» ασκεί δριμεία κριτική στην πατριαρχική δομή της οικογένειας και στην υποκρισία της αστικής τάξης. Ο ριζοσπάστης Ίμπσεν στρέφεται ενάντια στον γάμο, όταν αυτός βασίζεται στο ψέμα. Η εμβληματική "Νόρα” είναι το διαχρονικό σύμβολο της γυναίκας που αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της ανάμεσα στους πολλαπλούς και συχνά αντιφατικούς ρόλους που της επιβάλλονται. Ο χαρακτήρας της Νόρας παραμένει επίκαιρος και, πέρα από τη φεμινιστική θεώρησή του, ως η αναζήτηση της ατομικής ελευθερίας έναντι των κοινωνικών ρόλων.
O Διονύσης Καλός ως Τόρβαλντ Χέλμερ και η Αντιγόνη Βαλάκου ως Νόρα στην τελευταία σκηνή του έργου.
Εύθραυστη, αέρινη, με αριστοκρατική φινέτσα, η Αντιγόνη Βαλάκου (1930-2013) ήταν μια ξεχωριστή ηθοποιός που ανέδειξε το ελληνικό θέατρο. Η θεατρική της φήμη ως εξαιρετικής «ενζενί» [ ηθοποιού που παίζει ρόλους νέας, όμορφης (και ενίοτε απλοϊκής και αφελούς) γυναίκας ] τη συνόδευε ολόκληρη τη δεκαετία του ‘50.
Η Βαλάκου ερμήνευσε τη Νόρα, ρόλο-πρόκληση για κάθε ηθοποιό, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας σε σκηνοθεσία του Κωστή Μιχαηλίδη το 1975 και η ερμηνεία της πέρασε στη μικρή οθόνη της ΕΡΤ το 1980, όταν η ηλικία της ηθοποιού ήταν κατά 20 έτη μεγαλύτερη από την ηλικία της ηρωίδας του Ίμπσεν. Παρόλα αυτά, στην 1η και στη 2η Πράξη του έργου διακρίνονται κοριτσίστικα «καμώματα» στο παίξιμό της από τα νιάτα της ως «ενζενί», που μας μεταδίδουν την ψεύτικη ζωή της ηρωίδας ως κούκλας στο σπίτι του συζύγου της, η οποία αρχίζει να ταλανίζεται από τον εκβιασμό του δικολάβου Κρόγκσταντ.
Στην 3η και τελευταία πράξη του έργου, την κατάληξη της οποίας θα παρακολουθήσουμε, η Νόρα της Βαλάκου συγκλονίζει συγκεράζοντας την ευαισθησία με την ήρεμη και ακλόνητη αποφασιστικότητα της ωρίμανσης που απέκτησε από την ψυχική δοκιμασία που υπέστη τελείως μόνη της. Ομολογώ ότι αυτή και άλλες ερμηνείες της Βαλάκου που είχα την ευλογία να γνωρίσω, διαμόρφωσαν ριζικά τα προσωπικά αισθητικά μου κριτήρια αναφορικά με την τέχνη του ηθοποιού.
ΙΜΠΣΕΝ Κατάληξη του έργου. Η Νόρα εγκαταλείπει το κουκλόσπιτό της.mp4
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ & ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ.docx
Μέσα σε τρεις πράξεις ο Νορβηγός τοποθέτησε τα εκρηκτικά, τα πυροδότησε και στο τέλος μας άφησε ξέπνοους να παρακολουθούμε την έκρηξη, η οποία όμως απεδείχθη απολύτως ελεγχόμενη, καταπώς η καλλιτεχνική δημιουργία επιτάσσει. Μακριά από μια ανεξέλεγκτη καταστροφή στο φινάλε που μόνο προσωρινά προσφέρει παρηγοριά με τον διδακτισμό και ξαφνιάζει με τον ρηχό εντυπωσιασμό από κραυγές που μόλις πέσει η αυλαία παρασύρονται από την καθημερινότητα, το «Κουκλόσπιτο» παραμένει εντός να μας στοιχειώνει επί μακρόν.