Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
Κωδικός : MED2135
500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός
ΑΛΛΟ ΤΟ ΨΥΧΟΠΛΑΚΩΜΑ ΑΠΟ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗ Η ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
Περιγραφή
Η κάθαρση είναι η πράξη ή το αποτέλεσμα του «καθαίρεσθαι», δηλαδή η απαλλαγή από κάτι που είναι ξένο, επιβλαβές ή ρυπαρό. Η κάθαρση μπορεί να αναφέρεται σε θρησκευτικές τελετές εξαγνισμού ή στην απαλλαγή από την αμαρτία. Παρότι συνήθως έχει μεταφορική έννοια, η κάθαρση μπορεί να αναφέρεται και σε σωματικό καθαρισμό, όπως η αποβολή βλαβερών υγρών από το σώμα. Στην ιατρική, η κάθαρση μπορεί να αναφέρεται σε διαδικασίες αποβολής ουσιών από το σώμα, όπως η αποβολή τοξινών (π.χ. κάθαρση αεραγωγών, καθαρτικό εντέρου, κάθαρση κρεατινίνης). Στην υγιεινή, η κάθαρση μπορεί να αναφέρεται στην απομόνωση και τον έλεγχο ανθρώπων ή αντικειμένων για να αποτραπεί η εξάπλωση επιδημιών (καραντίνα).
Κάθαρση. Ζωγραφικός πίνακας Olita Art, 2022.
Αναφορικά με την κάθαρση μέσω των τεχνών, η νευροεπιστήμη και η βιολογία μετρούν προσωρινές επιδράσεις της τέχνης, αλλά δεν μπορούν μέχρι σήμερα να περιγράψουν τη βιωμένη καλλιτεχνική εμπειρία. Από βιολογική άποψη, δεν υπάρχουν σημαντικές μελέτες με αποκλειστικό στόχο τη μελέτη της έννοιας της κάθαρσης μέσω της τέχνης, αλλά εμμέσως υπάρχουν ενδείξεις ότι η κάθαρση μέσω της τέχνης πιθανά συνδέεται με νευρο-ενδοκρινικούς μηχανισμούς που αφορούν την παραγωγή και ρύθμιση της έκφρασης του συναισθήματος. Φαίνεται ότι η κάθαρση μπορεί να σχετίζεται με τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ του αμυγδαλωτού πυρήνα και του φλοιού του προμετωπιαίου λοβού στον ανθρώπινο εγκέφαλο. «Το κλάμα μπορεί να αποβεί καθαρτήριο, απελευθερώνοντας ενδορφίνες και ωκυτοκίνη και επιτρέποντας ένα είδος συναισθηματικής επανεκκίνησης του εγκεφάλου», υποστηρίζει η ψυχοθεραπεύτρια Ανέτ Μπάιφορντ.
Την Κυριακή 20 Ιουλίου 2025 στην Κύμη Ευβοίας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ με γενικό τίτλο «Της Τέχνης τα Ιάματα», διεξήχθη η ημερίδα «Κατανοώντας την κάθαρση στις τέχνες και την ιατρική». Η τέχνη μάς παρέχει ένα ασφαλές μέρος για να απελευθερώσουμε όλα τα συναισθήματα όπως η θλίψη, ο θυμός και το άγχος. Αυτό όμως δυνητικώς μας οδηγεί στην λυτρωτική κάθαρση, καθώς μας βοηθά να επεξεργαστούμε και να επουλώσουμε τις συναισθηματικές μας πληγές.
Η τραγωδία διεγείρει στην ψυχή των θεατών τον έλεο [συμπόνοια, ενσυναίσθηση ( «μπαίνω στα παπούτσια σου»] και τον φόβο - οι θεατές, με άλλα λόγια, παρακολουθώντας τον ήρωα να πάσχει – ο οποίος έχει κατά κανόνα υψηλά και ευγενή αισθήματα, όπως λ.χ. ο Άμλετ του Σαίξπηρ, αλλά συντρίβεται από κάποια κληρονομική ενοχή ή από κάποια ύβρη ή αμαρτία – νιώθουν ζωηρή συμπάθεια προς αυτόν και βαθιά ανησυχία για την τύχη του∙ τελικά όμως επέρχεται η κάθαρση.
Η έννοια της τραγωδίας δεν εμπεριέχει τόσο την έννοια της θλίψης αλλά κυρίως την έννοια του απρόβλεπτου και του απροσδόκητου που δεν ελέγχεται από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Η έννοια της κάθαρσης κατά τον Αριστοτέλη δεν συνδέεται τόσο με κάποιο ηθικό στοιχείο, αλλά ίσως με μια ψυχολογικής υφής εκπαίδευση (προπόνηση) για τα δεδομένα της πραγματικής ζωής. Στο έργο του «Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία» ο Φρόυντ πιστεύει πως σκοπός του δράματος είναι να προκαλέσει έλεος και φόβο και εδώ πρέπει να αναφερθεί το ξεθύμασμα των διεγειρομένων συναισθημάτων και η απόλαυση που προέρχεται από την άφθονη εκφόρτιση. Ο ενήλικος αποκομίζει από το θέαμα ότι και το παιδί από το παιχνίδι όπου η ψηλαφητή προσδοκία του ότι θα μπορέσει να παραβγεί με τους μεγάλους, βρίσκει την ικανοποίηση της. Ο θεατής στην καθημερινότητά του ζει πολύ λίγα πράγματα και νοιώθει σαν «κακομοίρης» που δεν μπορεί να του συμβεί τίποτε το μεγάλο και σπουδαίο και έτσι επιθυμεί να δράσει και να διαμορφώσει τα πάντα όπως θα ήθελε, με λίγα λόγια να γίνει «ήρωας» και οι ηθοποιοί-ποιητές τού επιτρέπουν να ταυτιστεί με έναν «ήρωα». Η απόλαυσή του δεν εμπεριέχει τον πραγματικό πόνο και τις οδύνες του ήρωα και έχει ως προϋπόθεση μιαν αυταπάτη, ο θεατής γνωρίζει ότι πρόκειται για ένα ασφαλές παιχνίδι που δεν θα του προκαλέσει κάποια ζημιά. Το ψυχόδραμα όπως ακόμη και οι αναγνώσεις των τραγωδιών λ.χ. «Φιλοκτήτης» και «Αίας» του Σοφοκλή, χρησιμοποιούνται σήμερα ως εργαλεία στην διαχείριση της τραυματικής εμπειρίας βετεράνων στρατιωτών με διαταραχή μετατραυματικής καταπόνησης. Μεγάλο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η επιστημονική προσέγγιση της επίδρασης της πολιτιστικής συνταγογράφησης στην ψυχική υγεία μέσα από μεγάλες πολυκεντρικές μελέτες (π.χ. Efficacy of Arts based Social Prescribing for Mental Health in Adults with Psychiatric Diagnoses: Results from a Randomised Controlled Trial, 2025).
Μια ταινία για τη σχέση τέχνης και ζωής
Πρόσφατα αισθάνθηκα την καθαρτήρια δύναμη της τέχνης στην κατάληξη της ταινίας «Άμνετ» της Κλόι Ζάο, μια ταινία-μέθεξη θεάτρου και σινεμά, με επίκεντρο την επουλωτική δύναμη της τέχνης πάνω στον οδοστρωτήρα που λέγεται απώλεια της ζωής ενός παιδιού. Η λυτρωτική αυτή ωδή στην αξία της τέχνης η οποία μπορεί να "παρηγορεί" τόσο τον δημιουργό όσο και τον θεατή, είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάγκι Ο’Φάρελ του 2020 -η Ζάο συνέγραψε το σενάριο με την Ο’Φάρελ- καθώς και από το δοκίμιο του 2004 «Ο θάνατος του Άμνετ και η δημιουργία του Άμλετ», του λογοτέχνη Στίβεν Γκρίνμπλατ. Την εποχή εκείνη «Άμνετ» και «Άμλετ» ήταν πάνω κάτω το ίδιο όνομα. Η βραβευμένη με Όσκαρ σκηνοθέτις δημιουργεί μια ταινία-σταθμό που μας μεταφέρει στην καρδιά της Ελισαβετιανής Αγγλίας, όχι για να μας μιλήσει για τη δόξα του θεάτρου, αλλά για τον αβάσταχτο πόνο που γεννά την αθάνατη τέχνη. Τα κεντρικά θέματα του «Άμνετ», αυτά τα οποία κάνουν τον κόσμο να κλαίει, αυτά που θα μείνουν, είναι από την μια η οδύνη και από την άλλη η μεταμορφωτική διάσταση της τέχνης.
Στην Αγγλία του 1580, ο νεαρός Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Πολ Μέσκαλ), ένας φτωχός δάσκαλος λατινικών, συναντά τη δυναμική και αισθησιακή Άνιες (Τζέσι Μπάκλεϊ), μια γυναίκα με ελεύθερο πνεύμα και μια σχεδόν απόκοσμη γνώση των βοτάνων και της φύσης. Ενάντια στις αντιρρήσεις του περιβάλλοντός τους, ο παθιασμένος δεσμός τους καταλήγει γρήγορα σε γάμο και τη δημιουργία μιας οικογένειας με τρία παιδιά. Ωστόσο, η μοίρα τούς χωρίζει ανάμεσα σε δύο κόσμους: Ο Ουίλιαμ κυνηγά την καλλιτεχνική του αναγνώριση στις σκηνές του μακρινού Λονδίνου, ενώ η Άνιες μένει πίσω στο Στράτφορντ, επωμιζόμενη τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών. Οι χαρακτήρες των δύο συζύγων και οι τρόποι που ρυθμίζουν τη ζωή της οικογένειάς τους είναι ριζικά διαφορετικοί. Η Άνιες ζει αθώα στη φύση, ενώ ο Σαίξπηρ επιλέγει το άστυ, το Λονδίνο και την έντονη καλλιτεχνική και δημιουργική ζωή μέσα στο ζωντανότατο θέατρό του. Όταν ένα τραγικό γεγονός - η απώλεια του αγαπημένου τους γιου, του 11χρονου Άμνετ, από την πανώλη - χτυπά την πόρτα τους, ο δεσμός τους κλονίζεται συθέμελα. Συντετριμμένοι και οι δυο, ο καθένας τους προσπαθεί να αντιμετωπίσει την τραγωδία στη ζωή του με τον δικό του, διαφορετικό τρόπο: η Άνιες ζει τον θάνατο του Άμνετ κατάκαρδα και τραγικά, ενώ ο Ουίλιαμ λίγα χρόνια μετά, τον μετουσιώνει στο θεατρικό του έργο «Άμλετ», την παράσταση του οποίου παρουσιάζει μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Άνιες – που συμμετέχει ενεργά, με όλη της την ψυχή, μαζί και με το ξεσηκωμένο πλήθος των θεατών στην καταληκτική σεκάνς της ταινίας. Όλοι μαζί βιώνουν την Τέχνη με έναν τρόπο άμεσο και αληθινό που μοιάζει αλλότριος στο αστικοποιημένο κοινό των σύγχρονων θεατρικών παραστάσεων. Μέσα από τις στάχτες του πένθους φύτρωσε λοιπόν ο σπόρος για την αριστουργηματική τραγωδία του Σαίξπηρ, τον «Άμλετ».
Το θεατρικό αυτό έργο αποτελεί μια βαθιά ψυχολογική μελέτη της ανθρώπινης φύσης, της αμφιβολίας και της ηθικής διάβρωσης. Είναι μια τραγωδία εκδίκησης όπου ο πρίγκιπας της Δανίας, Άμλετ, καλείται από το φάντασμα του πατέρα του να εκδικηθεί τον φόνο του από τον θείο του, Κλαύδιο, ο οποίος έτσι σφετερίστηκε τον θρόνο και παντρεύτηκε τη μητέρα του, Γερτρούδη. Ο Άμλετ, άνθρωπος του πνεύματος, βυθίζεται σε βαθιά μελαγχολία και αμφιβολία, προσποιούμενος τον τρελό για να συγκαλύψει τα σχέδιά του. Οργανώνει μια θεατρική παράσταση για να επιβεβαιώσει την ενοχή του Κλαύδιου, η οποία επιβεβαιώνεται από την αντίδραση του νέου σφετεριστή-βασιλιά. Ο Άμλετ σκοτώνει κατά λάθος τον πατέρα της αγαπημένης του Οφηλίας. Ο Λαέρτης, αδελφός της Οφηλίας, συνωμοτεί με τον Κλαύδιο. Η Οφηλία τρελαίνεται και πνίγεται (βλ. παλαιότερη άσκησή μας https://tinyurl.com/3sc7w56z ). Στην τελική μονομαχία, ο Λαέρτης, ο Κλαύδιος, η βασίλισσα Γερτρούδη (από δηλητηριασμένο κρασί) και ο ίδιος ο Άμλετ πεθαίνουν, αφήνοντας τον θρόνο στον βασιλιά της Νορβηγίας. Μέσα από τρέλα, ίντριγκα και θάνατο, ο Άμλετ οδηγήθηκε στην τελική εκδίκησή του, με τίμημα όμως τη ζωή του.
Το δράμα, ως θεατρικό, συγγραφικό ή κινηματογραφικό είδος έχει τη δυνατότητα να μας εμπλέκει, να μας κάνει συμμέτοχους, ακόμη και να δακρύσουμε, καθώς τα πάθη των ηρώων αποδεικνύουν τη δυνατότητα των ανθρώπων να αναμετρώνται με αυτά. Η ταινία «Άμνετ» δεν είναι απλώς μια βιογραφία. Είναι μια ταινία για τη μεταστοιχείωση του πόνου σε τέχνη. Μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε μεγάλο έργο κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία, μια μητέρα που θρηνεί και ένας πατέρας που προσπαθεί να δώσει αθανασία στο παιδί του μέσα από το χαρτί. Η Ζάο και η Ο’Φάρελ υποδηλώνουν στο σενάριο της ταινίας τους ότι ο Σαίξπηρ μετέτρεψε και μετέφερε τη θλίψη του για τον πρόωρο χαμό του γιου του σε κάθε γραμμή της τραγωδίας του «Άμλετ»: την αγωνία, τη ματαιότητά του να συνεχίσει, τη ζαλισμένη αδυναμία να αποφασίσει για οτιδήποτε. Κατά κάποιον τρόπο, ο ίδιος ο Σαίξπηρ είναι το φάντασμα, το ζωντανό-νεκρό φάντασμα που καταδικάστηκε να περιπλανιέται δυστυχισμένο στον κόσμο, όπως στην τραγωδία ο πατέρας του Άμλετ, τον οποίο στην παράσταση μέσα στην ταινία υποδύεται ο ίδιος ο Σαίξπηρ, ενώ ο Άμνετ φαίνεται να έμεινε ζωντανός, καθώς η ψυχή του αγοριού δεν δολοφονήθηκε όπως αυτή του πατέρα του.
Στην κατάληξη της ταινίας η Άνιες πηγαίνει λοιπόν στο Λονδίνο για να δει το θεατρικό έργο που ανεβάζει ο σύζυγός της, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Βλέπει ότι αυτός ζει σε μια σοφίτα, φτωχικά, αν και είναι πετυχημένος θεατρικός συγγραφέας, ενώ έχει χτίσει το μεγαλύτερο σπίτι στο Στάτφορντ, για την οικογένειά του. Παρακολουθεί το θεατρικό έργο. Ο τίτλος του «Η τραγωδία του Άμλετ» που ως «Άμλετ» παραπέμπει στον χαμένο γιο της. Στο δεύτερο μισό της παράστασης του «Άμλετ», ο Άμνετ αναδύεται στην ταινία και φαίνεται ολοζώντανος στα μάτια της Άνιες. Ο Άμλετ, θαρραλέος, ικανός να αποδώσει δικαιοσύνη, πεθαίνει, τελικά, από το φαρμάκι του θείου του, βασιλιά της Δανίας, αφού τον έχει σκοτώσει.
Η σκηνή που η Άνιες τείνει το χέρι στον ηθοποιό που υποδύεται τον Άμλετ,ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είναι πραγματικός μεγαλύτερος αδελφός του ηθοποιού που υποδύεται τον μικρό Άμνετ, είναι άμεση αναφορά στο άγγιγμα με το οποίο η Άνιες έβλεπε πολλά πράγματα στις ψυχές των ανθρώπων. Τώρα βλέπει τον νεκρό γιο της Άμνετ μέσα από αυτό τον ηθοποιό. Ο Άμνετ έτσι ανασταίνεται και, μετά τον «θάνατο» του ηθοποιού Άμλετ, φεύγει πλέον ευτυχισμένος αφού η ψυχή του έχει ηρεμήσει, εφόσον η μητέρα και ο πατέρας του έχουν συμφιλιωθεί με το φευγιό του∙ μένει όμως, έτσι, στην αθανασία μέσω του έργου τέχνης. Αυτή η δεύτερη «ταφή» του Άμνετ είναι η πιο σημαντική. Η ταφή, με την θρησκευτική τελετουργία, είναι μια σύμβαση, αυτή όμως όταν γίνεται με πνευματικό τρόπο είναι μια ανάσταση και ένας θάνατος μαζί, όπως γίνεται στη γέννα: το έμβρυο πεθαίνει και συγχρόνως ανασταίνεται το παιδί. Αυτό το θαύμα της φύσης και της συνέχισης της ζωής γίνεται στο τέλος της θεατρικής παράστασης της ταινίας και ο έρωτας της Άνιες στον σύζυγό της ανασταίνεται, επίσης. Κερασάκι στην τούρτα της συγκίνησης είναι το ότι ο Μαξ Ρίχτερ έχει γράψει μεν και πρωτότυπη μουσική για την ταινία, στην μεγάλη κορύφωση του τέλους της ταινίας όμως ακούγεται το γνωστό κομμάτι του “Οn the Nature of Daylight”. Η μουσική συνιστά το υπόβαθρο που χρειάζεται ο κινηματογραφικός λόγος για να πάρει δύναμη.
Η σκηνοθέτις καθοδηγεί τους πρωταγωνιστές της ταινίας.
Με τη μεταμοντέρνα διάθεση με την οποία η Ζάο αντιμετωπίζει αυτήν την ιστορία, το βλέμμα της παραμένει καρφωμένο πάνω στην Άνιες, αφήνοντας τον Ουίλιαμ να αποκτήσει τις μικρότερες διαστάσεις ενός φιλόδοξου ποιητή, αρχικά ανέτοιμου για τις τραγωδίες της πραγματικής ζωής, αν και από καιρό τελικά έτοιμου για αυτές της σκηνής. Είναι η Άνιες που μεταμορφώνεται διαρκώς από υπαρκτό πρόσωπο σε σύμβολο και από ανώνυμη γυναίκα σε ένα πορτρέτο γυναικών μέσα στους αιώνες, μητέρα και μητέρα-φύση μαζί, μια δύναμη τελικά ικανή όχι μόνο για μάγια, αλλά και για να διαρρήξει στη στιγμή του απόλυτου θρήνου της τη γραμμή ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, τη ζωή και τον θάνατο. Από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο λεπτό αυτής της ιστορίας, ο αφηγητής μας δεν είναι ο Σαίξπηρ, ο μεγαλύτερος «αφηγητής» όλων των εποχών, αλλά αυτή η - μέχρι πρότινος - άγνωστη γυναίκα.
Ο μικρός Τζάκομπι Τζούμπε στον ρόλο του Άμνετ.
Η Ζάο φτιάχνει ένα αόρατο νήμα εσωτερικής συγγένειας, προσφέροντας κρίσιμους ρόλους σε δυο αληθινά αδέλφια: ο 11χρονος Τζάκομπι Τζούμπε ερμηνεύει με αξιομνημόνευτη ενσυναίσθηση τον Άμνετ που θυσιάζεται για τη λατρεμένη του δίδυμη αδελφή Τζούντιθ και κατεβαίνει στον Άδη για να στοιχειώσει τους γονείς του διά της απώλειάς του. Και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Νόα Τζούμπε, παίζει το νέο αγόρι που υποδύεται τον Άμλετ στο πρώτο και δοκιμαστικό ανέβασμα του έργου, εκεί που η Άνιες συνειδητοποιεί πως καμία ψυχή δεν χάνεται. Είναι λες και οι δεσμοί αίματος των δύο αδελφών-ηθοποιών, η πραγματικότητα και η φαντασία να γίνονται ένα.
Η ταινία αποτελεί έργο μνημειώδους σημασίας για τη σχέση παραστατικών τεχνών και αληθινής ζωής, μία «πλάγια» συνάντηση του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης, εκεί όπου η αγάπη για τη ζωή ηττάται από το αναπόφευκτο του θανάτου και το κενό ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο γεφυρώνεται μέσω της «πλαστής» μυθοπλασίας, που, με τη βοήθεια της Τέχνης, βρίσκει θαλπωρή, συγχώρεση και λύτρωση στη μνήμη. Όλη η ταινία φτιάχτηκε για να τονιστεί η διαχείριση του πόνου, της απώλειας και η ανάγκη να πιστέψεις σε κάτι που σε συγκρατεί από την αυτοχειρία και την παραίτηση. Για τον Σαίξπηρ μπορεί να είναι η τέχνη του και για την Άνιες η μνήμη. Τέχνη και μνήμη είναι δύο δεσπόζουσες αξίες στην ζωή των δύο ανθρώπων.
Όσα μας φέρνει η ζωή, με την ίδια ευκολία μας τα παίρνει ανά πάσα στιγμή. Αναπνέουμε, περπατάμε και μιλάμε, χαμογελάμε, συμφωνούμε ή διαφωνούμε, αγαπάμε, τείνουμε να ξεχνάμε πως δεν είμαστε αήττητοι και παντοτινοί. Αφού συναντήσουμε την «πύλη» που μας οδηγεί στο μεγάλο «κενό», θα κατοικούμε ξεχασμένοι εκεί, στο πέρασμα του χρόνου. Τι μένει αιώνιο, τελικά; Μα η Τέχνη, όταν καταφέρνει να αγγίξει τη μνήμη, τέμνοντας κι ενώνοντας μαζί την αλήθεια με το ψέμα. Αυτή την ιδέα υπηρετεί ουσιαστικά τον «Άμνετ» της Ζάο, με την τελική σκηνή να σκίζει λυτρωτικά την καρδιά του θεατή, καθώς η Άνιες αποδέχεται πια το πένθος της και το αποχαιρετά στης λήθης το σκοτάδι, με τον Άμνετ να χάνεται στο μονοδιάστατα πλαστό «κενό» ενός θεατρικού σκηνικού (που διόλου τυχαία απεικονίζει τη Φύση). «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή»…
ΑΜΝΕΤ της Κλόι Ζάο. Κατάληξη της ταινίας.mp4
Και κάπως έτσι αφήνουμε την τελική ευθεία της ταινίας, μια παράσταση καθαρτική και λυτρωτική για τη μητέρα του Άμνετ και θεατή της παράστασης του «Άμλετ», για τον πατέρα του Άμνετ και συγγραφέα και ηθοποιό στην παράσταση του «Άμλετ», για εμάς τους θεατές του «Άμνετ», αλλά και για τους υπόλοιπους θεατές της παράστασης του «Άμλετ», που μπορεί να μην πιάνουν τις συνδέσεις με το νεκρό παιδάκι, έχουν όμως τη δυνατότητα να βιώσουν το έργο και να συγκινηθούν με το έργο αυτό καθαυτό.