Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
Κωδικός : MED2135
500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός
ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Περιγραφή
Η λυρική ποίηση από τη φύση της αποτελεί έναν λόγο που δεν θέλει να απευθύνεται σε κάποιον άλλον· το πρόσωπο που εμφανίζεται μέσα στο ποίημα ως ομιλητής εκφράζει τα συναισθήματά του μέσα σε ένα επικοινωνιακό κενό, γεγονός που αποτελεί την καλύτερη συνθήκη για την αποκάλυψη κάποιων πολύ προσωπικών ψυχολογικών καταστάσεων. Αυτό ισοδυναμεί με την πρόθεσή του ποιητή να μιλήσει, όχι σε κάποιον άλλον, αλλά στον εαυτό του.
Πολλοί υπήρξαν οι συνθέτες που επέλεξαν τα ποιήματα του Iταλού συγγραφέα Φραντσέσκο Πετράρχη (1304-1374), ως κείμενα για τις μουσικές συνθέσεις τους. Μια συνεχής και αδιάλειπτη αφοσίωση προς το πρόσωπο του Πετράρχη που αποτέλεσε μια «μόδα» πανευρωπαϊκή παρατηρείται από το 1350, έτος κατά το οποίο χρονολογείται το πρώτο διασωθέν μουσικό έργο σε κείμενό του.
Μαρία Σπαρτάλη-Στίλμαν: H πρώτη συνάντηση Πετράρχη-Λάουρας (Πίνακας του 1889).
Στην Προβηγκία, το 1327, ο Πετράρχης γνώρισε τη Λάουρα. Ο έρωτάς του γι’ αυτήν (ανεκπλήρωτος ή πνευματικός), την οποία παρουσιάζει ως την ωραιότερη γυναίκα που υπήρξε ποτέ, αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης ολόκληρης της ποιητικής του παραγωγής στα ιταλικά. Τα αφιερωμένα στη Λάουρα ποιήματα περιέχονται στο έργο Canzoniere ή Rerum Vulgarium Fragmenta (τίτλος που προτιμούσε ο ποιητής), που αποτελείται από 317 σονέτα, 29 τραγούδια, 9 sestine, 7 μπαλάντες και 4 μαδριγάλια. Ο Πετράρχης εργάστηκε πάνω σε αυτά καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, από το 1335 μέχρι τον θάνατό του. Ο ποιητής ζει και αναπνέει για να εξυμνεί την ομορφιά και την αρετή της αγαπημένης του, παρουσιάζοντάς τη σταδιακά ως ένα πλάσμα που δεν ανήκει σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο θάνατος, άλλωστε, της αγαπημένης γυναίκας θα ωθήσει τον ποιητή στην αποθέωσή της και θα τον κάνει να ευχηθεί πολλές φορές τον δικό του θάνατο, ώστε να μεταβεί στον παράδεισο όπου εκείνη τον περιμένει καρτερικά.
Πορτρέτο του συνθέτη Φραντς Λίστ από τον Φρίντριχ φον Άμερλινγκ (1803–1887).
Τα «Τρία Σονέτα του Πετράρχη (Tre sonetti di Petrarca)» είναι από τα πιο διάσημα λυρικά έργα του Ούγγρου ρομαντικού συνθέτη Φραντς Λιστ (1811-1886). Αρχικά γράφτηκαν ως τραγούδια για τενόρο και πιάνο (1838-9) και αργότερα ο Λιστ τα μετέγραψε δυο φορές για σόλο πιάνο. Πρόκειται για αριστουργήματα του ιταλικού είδους bel canto μεταφερμένου στο πιάνο, συνδυάζοντας την ποιητική ευαισθησία με την υψηλή δεξιοτεχνία. Στο bel canto η μουσική μιμείται την ανθρώπινη φωνή, με εκφραστικές μελωδίες και διανθίσματα που θυμίζουν την αντίστοιχη ιταλική όπερα. Η πιο γνωστή εκδοχή των σονέτων από τον Λιστ είναι η τελική, με ύφος πιο εσωτερικό και λιγότερο επιδεικτικό, που περιλήφθηκε στον κύκλο του συνθέτη «Χρόνια Προσκυνήματος: Δεύτερο Έτος – Ιταλία».
Το 104ο Σονέτο, "Pace non trovo - Δεν βρίσκω ειρήνη", είναι το πιο παθιασμένο και δραματικό από τα τρία και περιγράφει τις εσωτερικές συγκρούσεις και την αναστάτωση του έρωτα, εν προκειμένω ανεκπλήρωτου, εμμονικού, σπαρακτικού .
« Δεν βρίσκω ειρήνη και o πόλεμοι όλοι τελειώσανε
Φοβούμαι κι ελπίζω. Καίγομαι και παγώνω σαν πάγος.
Πετάω στον άνεμο, όμως δεν μπορώ να αναπτερωθώ.
Και τίποτα δεν έχω, και όλος ο κόσμος έχει χαθεί».
Από ηχογράφηση του 1950 το ακούμε ερμηνευμένο από τον πιανίστα Βίλχελμ Κεμπφ.
ΛΙΣΤ 104ο Σονέτο του Πετράρχη. Βίλχελμ Κεμπφ, πιάνο. Ηχογράφηση 1950.mp3
Η όπερα «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» του Τζάκομο Πουτσίνι (1858-1924) είναι μια «γιαπωνέζικη τραγωδία» σε ποιητικό κείμενο των Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλικα, εμπνευσμένο από το ομότιτλο μονόπρακτο θεατρικό έργο (1900) του Αμερικανού Ντέιβιντ Μπελάσκο. Το έργο αυτό δημιούργησε γέφυρες ανάμεσα στη δυτική μουσική και την παράδοση της Άπω Ανατολής και αποτελεί στις μέρες μια από τους πιο δημοφιλείς όπερες παγκοσμίως, με χιλιάδες παραστάσεις ανά τον κόσμο, κάθε χρόνο.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Ναγκασάκι, στην αυγή του 20ού αιώνα, την περίοδο της προώθησης της αμερικανικής παρουσίας ανά την υφήλιο, όταν η Ιαπωνία προσπαθούσε διστακτικά να προσδιορίσει τον διεθνή της ρόλο στον τότε κόσμο. Μάλιστα, εκείνη την εποχή, καθώς το Ναγκασάκι ήταν ένα από τα ελάχιστα ανοιχτά λιμάνια της χώρας σε ξένους στόλους, ήταν συνήθης πρακτική στην Ιαπωνία η τέλεση προσωρινών γάμων με αλλοδαπούς ναυτικούς. Η υπόθεση της όπερας αφορά τον μοιραίο έρωτα και γάμο της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-Σαν (Μαντάμα Μπάτερφλαϊ) και του Πίνκερτον, υποπλοίαρχου του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, ο αξιωματικός επιστρέφει με την Αμερικανίδα σύζυγό του στην Ιαπωνία, μαθαίνοντας ότι έχει αποκτήσει γιο από τη Μπάτερφλαϊ. Εκείνη δέχεται να παραδώσει το παιδί μονάχα στον ίδιο τον Πίνκερτον και στη συνέχεια αυτοκτονεί.
Στην όπερα αυτή αυτό ο Πουτσίνι σκιαγραφεί μουσικά με ιδιαίτερη ευαισθησία το πορτρέτο της κεντρικής ηρωίδας και την εξέλιξή της από αθώο κορίτσι σε τραγική φιγούρα. Συμβουλεύτηκε μουσικολόγους εξειδικευμένους στην ασιατική μουσική και στράφηκε σε αυθεντικούς ιαπωνικούς σκοπούς. Η λεπταίσθητη ενορχήστρωσή του φαίνεται να γνωρίζει τις κατακτήσεις Γάλλων συνθετών της ίδιας εποχής, ενώ η πρόθεση για «ρεαλισμό - βερισμό» παίζει σημαντικό ρόλο στις τελικές επιλογές του, όπως άλλωστε και σε άλλες όπερές του. Διάσημη για τις υπέροχες άριες, την πρόδηλα μελωδική μουσική και τη δραματική θεατρικότητά της, η «Μαντάμα Μπάττερφλαϊ» συγκινεί διαχρονικά και προκαλεί έντονα συναισθήματα. Ο Πουτσίνι δεν δίστασε να τη χαρακτηρίσει ως την πιο αγαπημένη του όπερα, καθώς με τις τροποποιήσεις του στην αρχική μορφή της ανήγαγε την αλαβάστρινη μορφή της ηρωίδας του σε σύμβολο ανεξάντλητης υπομονής και αιώνιας, σταθερής αγάπης.
Στην Α’ Πράξη της όπερας, ο Πίνκερτον παραδέχεται ότι δεν ξέρει αν είναι πραγματικά ερωτευμένος ή απλά ενθουσιασμένος, αλλά μαγεύεται με την αθωότητα, την ομορφιά και τη γοητεία της Μπάτερφλαϊ∙ λέει πως είναι σαν μια πεταλούδα που αγγίζει τη γη σιωπηλά, με πολύ ομορφιά. Σε λίγη ώρα καταφθάνει η γαμήλια πομπή ( βλ. και ανάρτηση https://tinyurl.com/53pvtz44 ): η νύφη με τους συγγενείς και τις φίλες της, ο αυτοκρατορικός επίτροπος, ο ληξίαρχος και άλλοι καλεσμένοι. Από τα λόγια της είναι φανερό πως η Μπατερφλάι έχει ερωτευθεί τον Πίνκερτον, έφτασε μάλιστα στο σημείο να γίνει κρυφά Χριστιανή για χάρη του, διακινδυνεύοντας την απόρριψη των δικών της, εάν μαθευτεί. Σύντομα η τελετή ολοκληρώνεται και αρχίζουν οι προπόσεις. Όμως η ευθυμία θα διακοπεί από τον βουδιστή μοναχό Μπόνζο, θείο της νύφης που ήταν απών από τον γάμο και εισβάλει στο σπίτι αποκαλύπτοντας ότι είδε την Μπάτερφλαϊ να επισκέπτεται τη χριστιανική ιεραποστολή. Οργισμένη, όλη η οικογένεια της νύφης την αποκηρύσσει και φεύγει. Η μόνη που δείχνει να το ξανασκέφτεται είναι η μητέρα της, αλλά τελικά παρασύρεται κι αυτή από το γενικότερο κλίμα.
Καθώς νυχτώνει, ο Πίνκερτον μαλακώνει τον πόνο της Μπάτερφλαϊ, λέγοντάς της ότι δεν έχασε τίποτα σπουδαίο μπρος σε αυτά που κέρδισε. Ευτυχισμένη η κοπέλα οδηγείται στην κρεβατοκάμαρα, όπου παραδίδεται στο ερωτικό κάλεσμα του συζύγου της. Το εν λόγω ερωτικό ντουέτο (Vogliatemi bene) που κλείνει την Α’ Πράξη θεωρείται ένα από τα πιο εκτενή και συναισθηματικά φορτισμένα στην ιστορία της όπερας.
Το ντουέτο αυτό δεν είναι μια απλή εκδήλωση αμοιβαίου έρωτα, αλλά μια αποκάλυψη της ασυμφωνίας μεταξύ των δύο κεντρικών χαρακτήρων: Η μουσική του Πίνκερτον αποπνέει αυτοπεποίθηση, αισθησιασμό και «περηφάνια κατάκτησης»∙ εστιάζει στη σωματική έλξη και την κτητικότητα. Από την άλλη πλευρά, οι μελωδίες της Μπάτερφλαϊ είναι πιο πνευματικές και εύθραυστες∙ η ηρωίδα εκφράζει μια «ιερή και αιώνια δέσμευση», φοβούμενη ότι η αγάπη της μπορεί να την καταστρέψει και παρακαλεί τον Πίνκερτον να την αγαπήσει «έστω και λίγο», θυμίζοντάς του ότι οι άνθρωποι στην κουλτούρα της είναι συνηθισμένοι σε «μικρά και ταπεινά πράγματα».
Το πρώτο μέρος του ντουέτου βασίζεται σε μια ανιούσα ολοτονική ακολουθία (που επαναλαμβάνεται 4 φορές), η οποία δημιουργεί μια αίσθηση αβεβαιότητας καθώς η ηρωίδα μοιάζει διστακτική. Το δεύτερο μέρος του γίνεται ξεκάθαρα διατονικό. Οι δύο φωνές ενώνονται σε οκτάβες, οδηγώντας σε μια θριαμβευτική κορύφωση σε Φα μείζονα, ενώ η χρήση της ρε ελάσσονας στην κορύφωση του ντουέτου συνδέεται με το θέμα του θανάτου στη δυτική παράδοση, προμηνύοντας την τραγική κατάληξη της Μπάτερφλαϊ.
Θα απολαύσουμε το ντουέτο στην επιτυχημένη, λειτουργικά αφαιρετική παραγωγή του Άντονι Μινγκέλα στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης σε παράσταση του 2024, με αρχιμουσικό τη Σιαν Ζανγκ και μονωδούς τη Λιθουανή σοπράνο Ασμίκ Γκριγκοριάν και τον Αμερικανό τενόρο Τζόναθαν Τέτελμαν.
ΠΟΥΤΣΙΝΙ Ερωτικό ντουέτο από τη Μαντάμα Μπάτερφλαϊ. Γκριγκοριάν, Τέτελμαν, Ζανγκ.mp4
Ο Λέος Γιάνατσεκ (1854-1928) ήταν Τσέχος συνθέτης, μουσικός θεωρητικός, λαογράφος, αρθρογράφος και δάσκαλος. Εμπνεύστηκε από τη μοραβική και άλλες σλαβικές λαϊκές μουσικές για να δημιουργήσει ένα πρωτότυπο, μοντέρνο για την εποχή του, μουσικό ιδίωμα. Το Κουαρτέτο Εγχόρδων Αρ. 2 με τον τελικό υπότιτλο «Προσωπικές Επιστολές» αποτελεί ένα από τα πιο συναισθηματικά φορτισμένα και δομικά αντισυμβατικά έργα του 20ού αιώνα. Συντέθηκε το 1928, λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του συνθέτη και λειτουργεί ως ένα μουσικό ημερολόγιο της παθιασμένης, αν και σε μεγάλο βαθμό φαντασιακής, σχέσης του με την κατά πολύ νεότερή του Καμίλα Στέσλοβα. Πρόκειται για ένα παθιασμένο αριστούργημα σε τέσσερα μέρη-κινήσεις, εμπνευσμένο από τον έντονο, ανεκπλήρωτο έρωτα του συνθέτη για την Καμίλα Στέσλοβα. Είναι γνωστό για το ύφος «μελωδίας λόγου», τις ριζικές συναισθηματικές μετατοπίσεις και την αυτοβιογραφική του ένταση. Το έργο, με μια εξέχουσα, συχνά λυρική βιόλα που αντιπροσωπεύει την Καμίλα, χαρακτηρίζεται από απότομες αλλαγές τέμπο, λαϊκά μοτίβα φολκλόρ και ακραία αρμονική ένταση.
Το 1917, ο 63χρονος συνθέτης γνώρισε και ξεκίνησε το δια βίου, εμπνευσμένο και ανεκπλήρωτο πάθος του για την Καμίλα Στέσλοβα, η οποία ούτε επιδίωξε αλλά ούτε και απέρριψε την αφοσίωσή του. Ήταν η Καμίλα, και όχι η σύζυγός του Ζντένκα, που ήταν υπεύθυνη για την όψιμη άνθηση του Γιάνατσεκ και την έμπνευσή του για τους κεντρικούς γυναικείους ρόλους στις όπερές του «Κάτα Καμπάνοβα», «Η Υπόθεση Μακρόπουλου» και «Η Πονηρή Μικρή Αλεπού». Οραματίστηκε μάλιστα τη «Γλαγολιτική Λειτουργία» του ως γαμήλια για τον ίδιο και την Καμίλα. Αν και φαίνεται ότι η σχέση τους δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, η αφοσίωση του Γιάνατσεκ και ο ρόλος της Καμίλα ως μούσας του τεκμηριώνονται σε περισσότερες από 700 επιστολές που ανταλλάχθηκαν σε μια περίοδο 11 ετών.
Ο Γιάνατσεκ παρακαλούσε την Καμίλα να χρησιμοποιούν το μικρό τους όνομα στην αλληλογραφία τους. Το 1927 η Καμίλα τελικά συμφώνησε και υπέγραφε ως «Tvá Kamila» (Η Καμίλα σου) σε μια επιστολή, την οποία βρήκε η Ζντένκα. Αυτή η αποκάλυψη προκάλεσε μια έντονη διαμάχη μεταξύ της Ζντένκα και του Γιάνατσεκ, αν και οι συνθήκες διαβίωσής τους δεν άλλαξαν - ο Γιάνατσεκ φαίνεται να έπεισε τη σύζυγό του να μείνει. Το 1928, το έτος του θανάτου του, ο Γιάνατσεκ ομολόγησε την πρόθεσή του να δημοσιοποιήσει τα συναισθήματά του για την Καμίλα. Ο ιμπρεσάριος του συνθέτη Μαξ Μπροντ αναγκάστηκε να τον μεταπείσει. Οι σύγχρονοι και οι συνεργάτες του Γιάνατσεκ τον περιέγραψαν ως δύσπιστο και συγκρατημένο, αλλά ικανό για εμμονικό πάθος γι’ αυτούς που αγαπούσε. Το συντριπτικό του πάθος για την Στέσλοβα ήταν ειλικρινές αλλά έφτανε στα όρια της αυτοκαταστροφής. Οι επιστολές τους παραμένουν μια σημαντική πηγή για τις καλλιτεχνικές προθέσεις και την έμπνευση του Γιάνατσεκ. Οι επιστολές του προς την πολύπαθη σύζυγό του, Ζντένκα, είναι, αντίθετα, κοσμικά περιγραφικές. Η Ζντένκα φαίνεται να κατέστρεψε όλες τις δικές της προς τον Γιάνατσεκ. Μόνο λίγες καρτ ποστάλ σώζονται.
Στις 29 Ιανουαρίου 1928, ο Γιάνατσεκ έγραψε στην Καμίλα: «Άρχισα να δουλεύω πάνω σε ένα κουαρτέτο. Θα του δώσω το όνομα «Ερωτικά Γράμματα». Δύο μέρες αργότερα πρόσθεσε: «Τώρα άρχισα να γράφω κάτι ωραίο. Η ζωή μας θα βρίσκεται μέσα σε αυτό. Θα ονομάζεται "Ερωτικά Γράμματα". Νομίζω ότι έτσι θα ακούγεται απολαυστικό. […] Ένα ειδικό όργανο θα κρατήσει το όλο έργο ενωμένο. Ονομάζεται βιόλα ντ' άμορε - η βιόλα του έρωτα. Αχ, πόσο ανυπομονώ γι' αυτό! Σε αυτό το έργο θα είμαι συνέχεια μόνο μαζί σου! […]. Γεμάτος από αυτή τη λαχτάρα σαν στο σπίτι σου, σε αυτόν τον παράδεισό μας!» «Έτσι δουλεύω σκληρά∙ είναι σαν να ζω ξανά κάθε τι όμορφο δουλεύοντας πάνω σε αυτά τα «Ερωτικά Γράμματα». Όταν της έγραψε περισσότερα γράμματα αργότερα, το όνομα του κουαρτέτου είχε αλλάξει σε «Προσωπικές Επιστολές»: « Καμίλα, θα είναι όμορφο, παράξενο, αχαλίνωτο, εμπνευσμένο, μια σύνθεση πέρα από όλες τις συνηθισμένες συμβάσεις! Μαζί νομίζω πως θα θριαμβεύσουμε! […] αυτό το κομμάτι, οι «Προσωπικές Επιστολές», γράφτηκε μέσα στη φωτιά. […] Η σύνθεσή μου αυτή θα αφιερωθεί σε εσένα· εσύ είσαι ο λόγος γι' αυτή […] »
Αυτό το τελευταίο έργο αποτέλεσε μια μουσική αποτύπωση της σχέσης τους. «Το πρώτο μέρος το έκανα ήδη στο Χουκουάλντι∙ είναι η εντύπωσή μου όταν σε είδα για πρώτη φορά! Τώρα δουλεύω το δεύτερο μέρος. Νομίζω ότι θα φουντώσει στη ζέστη του Λουχάτσοβιτσε». Και μετά: «Γράφω το τρίτο μέρος από τα «Ερωτικά Γράμματα». Είναι πολύ χαρούμενο και στη συνέχεια διαλύεται σε ένα όραμα που θα μοιάζει με την εικόνα σου, διαφανές, σαν στην ομίχλη, στο οποίο θα πρέπει να υπάρχει η υποψία της μητρότητας».
Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, ο Γιάνατσεκ είχε δώσει στην Καμίλα ένα άλμπουμ με μουσική και αναμνήσεις από τις στιγμές που πέρασαν μαζί. Η πρώτη του καταχώρηση, από τις 2 Οκτωβρίου 1927, είχε ως εξής: «Διαβάστε λοιπόν πώς απλώς ονειρευτήκαμε τη ζωή μας». Ο Γιάνατσεκ τής άφησε το άλμπουμ, ώστε η Καμίλα να το διαβάζει και να τον θυμάται κατά την απουσία του. Κάποια στιγμή ο Γιάνατσεκ απείλησε να το κάψει, αλλά η Καμίλα τον έπεισε να μην το κάνει. Πήρε το άλμπουμ στην τελευταία τους συνάντηση στο Χουκουάλντι. Η τελευταία καταχώρηση, δύο μέρες πριν ο συνθέτης πεθάνει, αναφέρει:
«Και σε φίλησα.
Και κάθεσαι δίπλα μου και είμαι χαρούμενος και γαλήνιος.
Με αυτόν τον τρόπο περνούν οι μέρες για τους αγγέλους».
Η Καμίλα Στέσλοβα
Κάθε μέρος του 2ου κουαρτέτου αντιπροσωπεύει ένα συγκεκριμένο ορόσημο της σχέσης τους. Η βιόλα προσωποποιεί την Καμίλα. Αρχικά, ο συνθέτης σκόπευε να χρησιμοποιήσει βιόλα ντ’αμόρε (βιόλα του έρωτα) λόγω του ονόματος και του ιδιαίτερου, οικείου, θερμότερου ήχου της, αλλά τελικά επέλεξε την κλασική βιόλα για λόγους ηχητικής ισορροπίας. Το έργο απομακρύνεται από την παραδοσιακή φόρμα σονάτας. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη μέθοδο της παράθεσης (juxtaposition) σύντομων μοτίβων, απότομων μεταβολών στο τέμπο και δυναμικών αντιθέσεων που θυμίζουν κινηματογραφικό μοντάζ ή οπερατικές σκηνές. Χρησιμοποιεί εκτεταμένη τονικότητα με στοιχεία λαϊκών τρόπων (modes), ολότονων κλιμάκων και έντονων διαφωνιών.
Γραμμένο τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, θεωρείται ηχητική αναπαράσταση των άνω των 700 επιστολών που γράφτηκαν για την Καμίλα. Ο Γιάνατσεκ περιέγραψε το 2ο κουαρτέτο του ως «σκαλισμένο σαν ζωντανή σάρκα». Η βιόλα συνιστά το συναισθηματικό κέντρο της σύνθεσης αυτής, σχεδιασμένη, όπως είπαμε, να προσωποποιεί την Καμίλα. Το έργο σε τέσσερα μέρη εγκαταλείπει τις παραδοσιακές, άκαμπτες φόρμες για μια πιο ρευστή, οργανική δομή, που συχνά περιγράφεται ως «αφήγηση» ή μια σειρά από «προσωπικές επιστολές». Αν και δεν είναι αυστηρά παραδοσιακό, το έργο είναι έντονα συναισθηματικό και συχνά κινείται μεταξύ ατονικότητας και γειωμένων, τροπικών ή επηρεασμένων από το φολκλόρ τμημάτων, κορυφωμένο σε δυσαρμονικά, υψηλής έντασης ξεσπάσματα.
Ειδικότερα το 2ο μέρος του κουαρτέτου αναφέρεται στην πόλη Λουχάτσοβιτσε, όπου ο Γιάνατσεκ και η Καμίλα μοιράστηκαν το πρώτο τους φιλί. Περιλαμβάνει λυρικές μελωδίες της βιόλας που εναλλάσσονται με νευρικά τρέμολο και χορευτικούς ρυθμούς (πόλκα). Θεωρείται ένα «νανούρισμα» ή ένα ονειρικό, τρυφερό τμήμα, αν και συχνά διακόπτεται από σκληρές, ξαφνικές συγχορδίες τρέμολο. Ξεκινά με ένα τμήμα Adagio∙ εδώ η βιόλα είναι η πρώτη που εισάγει μια μελωδία που γίνεται ολοένα και πιο κατακερματισμένη, καθώς περνάει ανάμεσα στα όργανα. Στην αρχή του μέρους ο πειραματισμός του Γιάνατσεκ με τα εκφραστικά του μέσα δημιουργεί έναν αιθέριο ήχο. Η μελωδία στη συνέχεια μεταμορφώνεται, καθώς οι μουσικοί εισέρχονται στο τμήμα Vivace - Ζωηρά, οπότε υπερτίθεται ένας ζωηρός ρυθμός σε στυλ πόλκας. Οι συχνές αλλαγές στα τέμπι, η πειραματική χρήση των τρόπων και της αρμονίας και οι δυναμικοί χορευτικοί ρυθμοί προσδίδουν στο μέρος αυτό την ξεχωριστή φολκλορική του ποιότητα και το καθιστούν θυελλώδες και εκφραστικό.
Κλείνουμε ακούγοντας το 2ο μέρος του 2ο κουαρτέτου του Λ. Γιάνατσεκ από ηχογράφηση του Κουαρτέτου Χάγκεν το 1988.