Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός

Ιστολόγιο

ΟΤΑΝ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ K.397 ΓΙΑ ΣΟΛΟ ΠΙΑΝΟ

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 - 12:53 μ.μ.

- από τον χρήστη

 

Η Φαντασία σε ρε ελάσσονα K.397 είναι ένα από τα πιο αινιγματικά και ποιητικά έργα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ( 1756-1791, https://tinyurl.com/m8mp3hfx ). Συνήθως χρονολογείται γύρω στο 1782, αν και η ακριβής ημερομηνία και η περίσταση της σύνθεσής της δεν είναι γνωστές. Το αυτόγραφο έχει χαθεί και το έργο, όπως το ακούμε σήμερα, δεν είναι απολύτως του Μότσαρτ: τα τελευταία περίπου δέκα μέτρα προστέθηκαν μετά τον θάνατο του συνθέτη. Αυτό το ιστορικό αίνιγμα ταιριάζει παράξενα με την ίδια τη μουσική. Η Φαντασία αυτή  μοιάζει σαν μουσική που δεν θέλει να «ολοκληρωθεί». Δεν ακολουθεί την καθαρή, ισορροπημένη αρχιτεκτονική μιας κλασικής σονάτας. Ανοίγει με σκοτεινά, σπασμένα αρπίσματα στο πιάνο, σαν μια αυλαία που σηκώνεται σε άδειο θέατρο. Ακολουθεί το Αντάτζιο, όπου εμφανίζεται μία από τις πιο μελαγχολικές μελωδίες του συνθέτη. Οι φράσεις μοιάζουν να αναστενάζουν, με χρωματικές κινήσεις, παύσεις και ξαφνικές μεταβολές έντασης. Εδώ βρίσκεται και η ιδιαίτερη «φθινοπωρινή» ατμόσφαιρα του έργου. Δεν πρόκειται φυσικά για «φθινοπωρινή μουσική» με την κυριολεκτική έννοια· ο Μότσαρτ δεν περιγράφει φύλλα, βροχή ή ένα τοπίο. Ωστόσο, η μουσική δημιουργεί έντονα την αίσθηση του τέλους, της απομάκρυνσης και της μνήμης. Η κλίμακα στην οποία έχει γραφτεί το κομμάτι (ρε ελάσσονα), οι χαμηλές περιοχές του πιάνου, οι κατιούσες γραμμές και κυρίως οι δισταγμοί ανάμεσα στις φράσεις δημιουργούν μια αίσθηση εσωτερικής περισυλλογής. Είναι σαν ένα φθινοπωρινό απόγευμα όπου το φως λιγοστεύει, χωρίς ακόμη να έχει έρθει η νύχτα.

 

 

Οι «Φθινοπωρινές βελανιδιές» είναι ένας πίνακας του 1878  του Αμερικανού καλλιτέχνη Τζορτζ Ίνες. Φτιαγμένος με λάδι σε καμβά, ο πίνακας απεικονίζει ένα άλσος με βελανιδιές στην αμερικανική ύπαιθρο: ομίχλη, χρώματα, ατμόσφαιρα και μια αίσθηση ότι το τοπίο βρίσκεται ανάμεσα σε πραγματικότητα και όνειρο. Kοντά στην ιδιότυπη ισορροπία της Φαντασίας K. 397: μελαγχολία χωρίς τραγικότητα, φθινόπωρο χωρίς πένθος, αναζήτηση χωρίς οριστική απάντηση.

 

Ιδιαίτερα σημαντική στη Φαντασία είναι η αντίθεση ανάμεσα στο Αντάτζιο και στις ξαφνικές εκρήξεις Πρέστο. Η ήρεμη μελαγχολία διακόπτεται από στιγμές σχεδόν νευρικής ελευθερίας. Έτσι η Φαντασία θυμίζει περισσότερο έναν εσωτερικό μονόλογο παρά ένα παραδοσιακό μουσικό κομμάτι: σκέψη → ανάμνηση → ταραχή → σιωπή → επιστροφή. Η μορφή είναι ελεύθερη, αλλά κάτω από αυτή την ελευθερία υπάρχει αξιοθαύμαστη θεματική συνοχή. Και τότε συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό: εμφανίζεται το Αλεγκρέτο στη ρε μείζονα. Το σκοτάδι φωτίζεται προσωρινά. Δεν πρόκειται όμως για θριαμβευτική λύτρωση. Είναι περισσότερο ένα σύντομο άνοιγμα του ουρανού μέσα από τα σύννεφα. Η επιστροφή του υλικού της ρε ελάσσονος επαναφέρει τη σοβαρότητα, αλλά η τελική εκδοχή του έργου ελπιδοφόρα καταλήγει σε μείζονα αρμονία. Η μεγαλύτερη σημασία του έργου Κ.397 βρίσκεται ίσως ακριβώς σε αυτή την ατέλεια. Η πρώτη μετά τον θάνατο του συνθέτη, έκδοση του 1804 σταματούσε σε μια fermata πάνω σε δεσπόζουσα συγχορδία, αφήνοντας την ακρόαση μετέωρη. Η μεταγενέστερη συμπλήρωση έδωσε στο κομμάτι ένα συμβατικό τέλος, αλλά η αρχική εκδοχή μάς επιτρέπει να φανταστούμε ότι ο Mότσαρτ ίσως σχεδίαζε συνέχεια — ίσως να προοριζόταν για ένα πρελούδιο πριν από φούγκα ή κάποιο άλλο έργο.

 

 

Γι’ αυτό η Φαντασία K.397 είναι τόσο συγκινητική: δεν είναι απλώς μια Φαντασία σε ελάσσονα κλίμακα· είναι μια μουσική του μεταβατικού χρόνου. Ανήκει στο φθινόπωρο όχι επειδή το περιγράφει, αλλά επειδή το αισθάνεται σαν φθινόπωρο: κάτι όμορφο απομακρύνεται, το φως αλλάζει, η μνήμη γίνεται εντονότερη και η σιωπή αποκτά σχεδόν την ίδια σημασία με τον ήχο. Και ίσως γι’ αυτό, παρά την κλασική της καταγωγή, η Φαντασία αυτή προαναγγέλλει τόσο έντονα τον Ρομαντισμό.

 

Ο πιανίστας Φαζέλ Σάι ερμηνεύει τη Φαντασία Κ.397 του Μότσαρτ - 2022.mp4

 

 

 

       Γιόζεφ Λάνγκε: Ημιτελής προσωπογραφία του Μότσαρτ στο πιάνο (περί το 1782-3).

Σχόλια (1)

Εικόνα Προφίλ:ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ
- από τον χρήστη

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026 - 2:41 π.μ.

Μέσω της ανάρτησής σας, κ. Λάζαρη, αναδεικνύεται η Φαντασία Κ.397 ως ένα μουσικό έργο που ισορροπεί ανάμεσα σε αντίθετες καταστάσεις: μελαγχολία και ελπίδα, τάξη και ελευθερία, ολοκλήρωση και ατέλεια. Η μουσική αυτή εκφράζει το "φθινόπωρο" ως εσωτερική εμπειρία μετάβασης και αποδίδει μοναδικά κάτι που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί με λέξεις, την αίσθηση ότι κάτι φτάνει στο τέλος, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα απώλεια ή απόγνωση. Η εναλλαγή του μελαγχολικού Αντάτζιο με τις "εκρήξεις" Πρέστο και η τελική λάμψη του Αλεγκρέτο στη ρε μείζονα μάς υπενθυμίζουν ότι η μελαγχολία και η ελπίδα συχνά συνυπάρχουν αδιάσπαστα. Σε αυτό το σημείο η μουσική αυτή του Μότσαρτ μπορεί να συναντά την ιατρική και την ανθρώπινη εμπειρία της ασθένειας ή της γήρανσης, όπου ο άνθρωπος βιώνει τον φόβο, τη θλίψη, ακόμη και την αίσθηση της απώλειας, διατηρώντας ταυτόχρονα την αισιοδοξία και την επιθυμία για συνέχεια. Η κατανόηση αυτού του "μεταβατικού χρόνου" της/του ασθενούς, όπου ο φόβος και η προσδοκία αναμετρώνται, συνιστά ίσως μία ισχυρή πρόκληση για τη σύγχρονη / τον σύγχρονο ιατρό.