Παρουσίαση/Προβολή
ΣΦ7 Θέματα Σύγχρονης Φιλοσοφίας - Ο Μύθος του Δεδομένου
(PHS792) - Ευγενία Μυλωνάκη
Περιγραφή Μαθήματος
Η Εννοιακότητα της Εμπειρίας: από τον Μύθο του Δεδομένου στην Ερμηνευτική Αδικία
Το σεμινάριο εξετάζει ένα ενιαίο πρόβλημα σε τρία πεδία: πώς μπορεί η εμπειρία να περιορίζει και να μετασχηματίζει τη σκέψη χωρίς να νοείται ως ένα άμορφο «Δεδομένο» έξω από τον χώρο των λόγων. Το πρώτο μέρος ανασυγκροτεί τη συζήτηση Sellars–McDowell για τον εννοιολογικό χαρακτήρα της εμπειρίας και τις βασικές αντιρρήσεις προς αυτήν. Το δεύτερο μεταφέρει το πρόβλημα στην ηθική ανάπτυξη: πώς μπορεί μια εμπειρία να ανατρέψει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια κατάσταση, έναν άνθρωπο ή μια αξία, χωρίς η μεταβολή να είναι ούτε απλή αναθεώρηση πεποιθήσεων ούτε ανορθολογική ρήξη. Το τρίτο εξετάζει την ερμηνευτική αδικία και τη δυνατότητα η εμπειρία να αποκαλύπτει την ανεπάρκεια των ίδιων των κοινωνικά διαθέσιμων εννοιών. Κοινός άξονας είναι η σχέση δεκτικότητας, εννοιολογικής μορφής, προσοχής και μετασχηματισμού.
Εκτενέστερη περιγραφή:
Το μάθημα εξετάζει την κριτική στη νεωτερική εμπειριστική επιστημολογία
μέσα από τη συζήτηση περί του «Μύθου του Δεδομένου», όπως διατυπώνεται από
τον Wilfrid Sellars και αναπτύσσεται από τον John McDowell. Κεντρικό
ερώτημα είναι πώς η εμπειρία μπορεί να δικαιολογεί τις πεποιθήσεις μας
χωρίς να προϋποθέτει ένα «δεδομένο» που, ενώ τοποθετείται έξω από τις
ικανότητες που απαιτεί η γνώση του, καλείται να επιτελέσει έργο
δικαιολόγησης—χωρίς, δηλαδή, τη φαντασίωση ότι ο κόσμος μπορεί να μας
μιλήσει «στη δική του γλώσσα».
Μέσα από αναγνώσεις των Kant, Wittgenstein,
Sellars, Davidson και McDowell, το πρώτο μέρος του σεμιναρίου διερευνά τη
σχέση δεκτικότητας και αυθορμησίας, τη διάκριση μεταξύ «χώρου των αιτίων»
και «χώρου των λόγων», και παρακολουθεί την πολύχρονη προσπάθεια του
McDowell να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο οι εννοιολογικές
ικανότητες ενεργοποιούνται ήδη στη δεκτικότητα: από την αρχική θέση ότι η
εμπειρία «περιέχει» προτασιακές αξιώσεις έως την ύστερη θέση ότι το
περιεχόμενό της είναι εποπτικό και όχι προτασιακό—ότι οι εμπειρίες είναι
«διαμορφώσεις της αισθητηριακής συνείδησης» από τυπικές έννοιες, οι οποίες
δεν ταξινομούν ό,τι δίνεται αλλά καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο η
συνείδηση στρέφεται προς τα πράγματα. Εξετάζονται και οι κύριες ενστάσεις:
η διανοητικοποίηση της αντίληψης, η λεπτότητα κόκκου του αντιληπτικού
περιεχομένου, η «σιωπή των αισθήσεων» (Evans, Peacocke, Travis, Dreyfus,
Brewer, Burge).
Το δεύτερο μέρος δείχνει ότι το ίδιο ακριβώς ερώτημα τίθεται, σε οξύτερη
μορφή, στην ηθική. Οι εμπειρίες που μας αλλάζουν ηθικά είναι εμπειρίες
στις οποίες κάτι αντιστέκεται στον τρόπο που το σκεφτόμασταν, σαν να
αρνείται να χωρέσει στις έννοιές μας· και ακριβώς γι' αυτό απειλούν να
πέσουν στον Μύθο. Αν το ρήγμα είναι πραγματικό, η εμπειρία μοιάζει να μας
επιβάλλεται από έξω, ως τυχαία εισβολή και όχι ως ανάπτυξη· αν πάλι η
εμπειρία μάς δίνει κάτι να γνωρίσουμε, το ρήγμα φαίνεται να εξαφανίζεται.
Το ζητούμενο, δηλαδή, είναι το ίδιο με πριν: πώς κάτι μπορεί να μας
περιορίζει και συνάμα να μας μιλά στη διάνοια. Μελετώνται εδώ οι εικόνες
της σταδιακής αναθεώρησης των πεποιθήσεων (Quine, MacIntyre), η πρόσφατη
θεωρία της ηθικής άρθρωσης (Congdon), η συζήτηση για τη μετασχηματιστική
εμπειρία (Paul, James), η «δυσκολία της πραγματικότητας» (Diamond), και
τέλος οι φιλοσοφίες της προσοχής (Weil, Murdoch, Gaita)—σε διάκριση από
την προσοχή ως μηχανισμό επιλογής στην αντίληψη και από την «ηθική
αντίληψη» ως διάκριση ηθικά κρίσιμων γνωρισμάτων (Blum). Η καθοδηγητική
υπόθεση είναι ότι η προσοχή ονομάζει εδώ ό,τι ονόμαζαν οι τυπικές έννοιες
στο πρώτο μέρος: μια μορφή/κατηγορία της σκέψης, και ότι η ηθική ανάπτυξη
προχωρά μέσα από την ανεργοποίηση αυτής της κατηγορίας κατά την εμπειρία.
Το τρίτο μέρος μεταφέρει το ίδιο πρόβλημα στο πεδίο της κοινωνικής επιστημολογίας και της ερμηνευτικής αδικίας. Αν η εμπειρία είναι ήδη εννοιολογικά διαμορφωμένη, τι συμβαίνει όταν οι έννοιες μέσω των οποίων καθίσταται κατανοητή είναι ανεπαρκείς, στρεβλές ή άνισα κατανεμημένες; Η ερμηνευτική αδικία (Fricker) καθιστά ορατό ότι η δυσκολία δεν αφορά μόνο την εκ των υστέρων περιγραφή μιας εμπειρίας, αλλά ενδέχεται να αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αυτή εμφανίζεται, οργανώνεται και αποκτά σημασία για το υποκείμενο. Το πρόβλημα του Δεδομένου επιστρέφει έτσι σε κοινωνική μορφή: αν μια εμπειρία υπερβαίνει τους διαθέσιμους ερμηνευτικούς πόρους, κινδυνεύει να νοηθεί ως κάτι άμορφο και προεννοιολογικό· αν, αντίθετα, είναι πλήρως αρθρωμένη από το ήδη διαθέσιμο εννοιολογικό σχήμα, καθίσταται δυσχερές να εξηγηθεί πώς μπορεί να αποκαλύψει την ανεπάρκεια αυτού ακριβώς του σχήματος. Μέσα από τη συζήτηση για την ερμηνευτική περιθωριοποίηση, την επιστημική αντίσταση και την άνιση κοινωνική εξουσία επί των εννοιών (Fricker, Medina, Pohlhaus, Dotson), εξετάζεται κατά πόσον το «χώρο των λόγων» πρέπει να τον σκεφτούμε όχι ως ουδέτερο πεδίο ορθολογικής ανταλλαγής, αλλά ως κοινωνικά και ιστορικά διαμορφωμένο. Το κεντρικό ερώτημα είναι πλέον πώς η εμπειρία μπορεί να ασκεί πίεση στους ίδιους τους όρους της κατανοησιμότητάς της: πώς, δηλαδή, ένα υποκείμενο ή μια κοινότητα μπορεί να αναγνωρίσει ότι οι έννοιες με τις οποίες κατανοεί τον κόσμο δεν επαρκούν, χωρίς να επικαλείται ένα εξωεννοιολογικό υπόλοιπο που θα λειτουργούσε εκ νέου ως Δεδομένο.
Ημερομηνία δημιουργίας
Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026
-
Περίγραμμα
Δεν υπάρχει περίγραμμα