Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility
Νέοι Οδηγοί Βίντεο Προβολή

Παρουσίαση/Προβολή

Εικόνα επιλογής

Βυζαντινή Ιστορία ΠΔΕ - Φιλολογία

(ΙΙ13ΑΤ) -  Μάριος-Κωνσταντίνος Ιωάννου

Περιγραφή Μαθήματος

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ (να διαβαστούν οπωσδήποτε και όχι την τελευταία στιγμή!) - ΔΕΝ θα αναρτώνται αναλυτικές σημειώσεις από την παράδοση, παρά μόνο σχεδιαγραμματικά βασικά σημεία και πρόσθετο υλικό, για το οποίο δεν θα υπάρξει ο χρόνος ανάπτυξης κατά το μάθημα.

 

Κατ' αρχάς:

α. Δεν καταχωρείται βαθμός, αν δεν δηλωθεί το μάθημα.

β. Η παρακολούθηση και οι συνακόλουθες προσωπικές σημειώσεις δεν μπορούν να υποκατασταθούν από το εγχειρίδιο ούτε τις σημειώσεις στο eclass. Η λογική του ενός εγχειριδίου είναι βοηθητική, αλλά το πανεπιστημιακό μάθημα είναι πολυερμηνευτικό και δεν γίνεται να βασίζεται σε ένα σύγγραμμα ως αυθεντία. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. παρακάτω.

γ. Για τις εξετάσεις δεν συνίσταται επουδενί να αρκεστείτε σε όσα θυμάστε από το σχολείο ή στα σχολικά βιβλία της β' γυμνασίου, της α' λυκείου και της β' λυκείου. Αν αισθάνεστε ότι χρειάζεστε πρωτοβάθμια απλοϊκή κατατόπιση, μπορείτε κάλλιστα να τα διαβάσετε, αλλά όχι να προσέλθετε με τη γνώση αυτών. Προφανώς, απευθύνονται σε άλλες ηλικίες και εκπαιδευτικές βαθμίδες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν απλουστεύσεις σε ζητήματα που στο μάθημα θα διερευνηθούν εκτενώς, ενώ η σχολική καταγραφή τους συχνά δεν επαρκεί καθόλου. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη η ορθογραφία, η σωστή αξιοποίηση του λόγου (ταιριαστή ακρίβεια) και η σύνταξη, με εξαίρεση όσους/ες έχουν διαγνωστεί από δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα με μαθησιακές δυσκολίες.

δ. Ώρες γραφείου:  Από τις 24/02 και κάθε Τρίτη 11:00 - 12:00 στην κυψέλη 401.

ε. Προτού αποστείλετε ηλεκτρονικό μήνυμα: i. βεβαιωθείτε ότι τηρείτε τους τύπους ψηφιακής αλληλογραφίας, ii. επαληθεύστε αν τυχόν απορία υπάρχει ήδη στην περιγραφή του μαθήματος ή στις ανακοινώσεις. Email για όσα ήδη έχουν αναρτηθεί ή ανακοινωθεί δεν θα απαντώνται.

 

Περιεχόμενο μαθήματος

 

Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό του βυζαντικού κόσμου. Το Βυζάντιο στη διαχρονική πορεία του: η πολιτική ιδεολογία, το πολίτευμα, οι κύριες γεωγραφικές τομές, ο γεωγραφικός χώρος και η ροή των γεγονότων, το δίκαιο, η κοινωνική, θρησκευτική, οικονομική, πολιτιστική και πολιτισμική ζωή της αυτοκρατορίας στη διάρκεια των ένδεκα αιώνων ζωής της. Η θέση του Βυζαντίου στη διεθνή σκηνή, οι γεωπολιτικές αλλαγές και η γεωστρατηγική του κράτους.

 

Συγγράμματα για εξετάσεις:

 

Παρακαλώ διαβάστε προσεκτικά όσα έπονται: 

Προτεινόμενα Συγγράμματα

  • Herrin J., Τι είναι το Βυζάντιο, ελλ. μτφρ. Χ. Σαμαρά, επιμ. Κ. Νικολάου, Αθήνα 2020 (α΄ εκδ. αγγλικά 2007).
  • Σταθακόπουλος Δ., Μικρή ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 2017.
  • Treadgold. W., Βυζάντιο: Μια συνοπτική ιστορία, μτφρ. Π. Γεωργίου, επιμ. Σ. Παπακυρίτσης, Αθήνα 2024 (α΄ έκδ. αγγλικά, 2001). Είναι αρκετά χρήσιμο για όσους δεν προλαβαίνουν να παρακολουθούν και χρειάζονται ένα ακόμα, σχετικά απλό σύγγραμμα. Όμως, θα πρέπει να συνδυαστεί με ένα από τα παραπάνω συγγράμματα. Δεν διανέμεται μέσω Ευδόξου και το διάβασμα από αυτό είναι καθαρά προσωπική επιλογή για καλύτερη κατανόηση)

Επιλέγετε ελεύθερα όποιο σύγγραμμα σας φαίνεται πιο εξυπηρετικό για τις ανάγκες σας. Εντός ύλης είναι α. ολόκληρο το επιλεγέν σύγγραμμα,

β. οι σημειώσεις από την παράδοση, οι οποίες δεν μπορούν να αναπληρωθούν από ένα σύγγραμμα και μόνο, γι' αυτό και κρίνονται σημαντικές -παρακαλώ, θα ήταν ευγενικό να βοηθήσετε αλληλέγγυα συμφοιτητές σας που δεν έχουν πρόσβαση στις σημειώσεις.

γ. σημειώσεις, κείμενα και εικόνες στο eclass. 

 

Αναλυτικότερα σχετικά με το περιεχόμενο του μαθήματος:

 

  • Εισαγωγή στη Ρωμαϊκή Οικουμένη και Θεσμούς: Στους αιώνες της Pax Romana, η αυτοκρατορική τάξη και η έννοια της res publica (Ρωμαϊκή Πολιτεία, οι δημόσιες υποθέσεις του ρωμαϊκού λαού) δεν νοούνταν ως ένα σύγχρονο «έθνος-κράτος». Η σταθερότητα στηριζόταν στην ένταξη των τοπικών ελίτ, στη φορολογική προβλεψιμότητα και σε μια «πολιτική θρησκεία». Η θυσία ζώων και η κατανάλωση του κρέατος δεν ήταν απλώς «λατρεία», αλλά ένας θεμελιώδης κοινωνικός μηχανισμός κοινών γευμάτων, ανταλλαγών, τιμής και πολιτικής συμμετοχής. Η άρνηση συμμετοχής σε αυτές τις πρακτικές (όπως η βρώση ιεροθύτων) λογιζόταν ως ρήγμα στη δημόσια ομοφωνία και απειλή για την pax deorum (την ειρήνη των θεών). Το Διάταγμα του Δεκίου (249/250) αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα καθολικού ελέγχου αυτής της συμμόρφωσης, απαιτώντας δημόσια θυσία και πιστοποίηση, βάλλοντας και τους χριστιανούς επειδή αρνούνταν -όχι μόνο αυτοί- τούτο το «τεστ» νομιμοφροσύνης. Αυτή η πίεση εντάθηκε μέσα στην «Κρίση του 3ου αιώνα». Δεν επρόκειτο για «ηθική παρακμή» αλλά για εκρηκτικό σύμπλεγμα στρατιωτικών απειλών, πληθωρισμού, αποδιοργάνωσης της τροφοδοσίας και αλλεπάλληλων πραξικοπημάτων: μετά τους Σεβήρους, η εξουσία άλλαζε χέρια με ιλιγγιώδη ρυθμό (Μαξιμίνος Θραξ, Γορδιανοί, Φίλιππος, Δέκιος, Γάλλος, Βαλεριανός, Γαλλιηνός, Κλαύδιος Β΄, Αυρηλιανός, Πρόβος, Καρός, Καρινός, Νουμεριανός). Παράλληλα, στην Ανατολή, η εμφάνιση των Σασσανιδών Περσών μετέτρεψε την παλαιά ρωμαϊκή υπεροχή σε μια ισόρροπη διακρατική αναμέτρηση. Η απάντηση ήρθε μέσω της διοικητικής τεχνικής του Διοκλητιανού και της Τετραρχίας: οι Τετράρχες πολλαπλασίασαν τις βαθμίδες διοίκησης, κατέγραψαν εξονυχιστικά τις φορολογικές βάσεις, αναδιάταξαν τις στρατιωτικές δυνάμεις και επένδυσαν στον απόλυτο έλεγχο και τη σκληρή πειθαρχία, η οποία κορυφώθηκε στη «Μεγάλη Δίωξη» των χριστιανών, οι οποίοι ωστόσο συνέχιζαν να πολλαπλασιάζονται (περ. 4.000.000 στις αρχές του 4ου αι).

  • Ο Μακρός Τέταρτος Αιώνας και Μεταβάσεις: Από τους αιματηρούς εμφυλίους της Τετραρχίας, αφού επικράτησε κατά του Μαξεντίου και μετέπειτα του Λικινίου, αναδείχθηκε μονοκράτορας ο Κωνσταντίνος Α΄, εγκαθιδρύοντας ένα νέο «δυναστικό» μοντέλο (αν και στο Βυζάντιο ποτέ δεν νομιμοποιήθηκε η εκ του πατρός προς τον γιο δυναστεία) με ισχυρό αυλικό πυρήνα. Η ανεξιθρησκία δεν προέκυψε ως μια αυτόματη στιγμή με ένα πρακτικά ανύπαρκτο «Διάταγμα Μεδιολάνων», αλλά ξεκίνησε ήδη από το διάταγμα του Γαλερίου το 311 και συνεχίστηκε με τις συμφωνίες του 313 στα Μεδιόλανα. Αντίστοιχα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης το 330 δεν ήταν εξ αρχής «μεταφορά πρωτεύουσας», αλλά μία νέα αυτοκρατορική έδρα, καθώς οι αυτοκράτορες από τον 3ο αι. δεν ασκούσαν την εξουσία τους από τη Ρώμη, η οποία, έχοντας τη Σύγκλητο, παρέμενε ως πρωτεύουσα χωρίς αυτοκράτορα. Ωστόσο, η πραγματική εξουσία εκπήγαζε από τον αυτοκράτορα και άρα το μέρος όπου ο ίδιος βρισκόταν (στο στρατόπεδο ή σε πόλεις σε κομβικά συνοριακά σημεία για γεωστρατηγικούς λόγους). Βέβαια, σταδιακά και εκ του αποτελέσματος η Κωνσταντινούπολη όντως λειτούργησε ως «νέα Ρώμη», που συγκέντρωσε σιτοδοσία, δημόσια έργα και την αυλική μηχανή, μετατοπίζοντας σταδιακά το κέντρο βάρους από την παλαιά Ρώμη. Στο επίκεντρο της κρατικής επιβίωσης βρέθηκε το νόμισμα: Ο Κωνσταντίνος προέβη σε νομισματικη μεταρρύθμιση: ο χρυσός σόλιδος ( περίπου 4,5 γραμμάρια χρυσού) έγινε διεθνές μέτρο αξίας και προϋπόθεση για τη μισθοδοσία του στρατού και τη διπλωματία. Η εκκλησιαστική πολιτική και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας (325) επιχείρησαν να δώσουν έναν κανόνα πίστης, όμως η πορεία δεν ήταν γραμμική. Ο «αρειανισμός» υπήρξε ένα χαοτικό πεδίο ανταγωνισμού (ομοουσιανοί, ομοιουσιανοί, ομοιανοί, ετεροουσιανοί) που εξυπηρετούσε πολιτικούς συμβιβασμούς και εξαρτιόταν από το ποιος είχε πρόσβαση στην αυλή (ειδικά επί Κωνσταντίου Β΄). Ο Ιουλιανός (361-363) επιχείρησε μια κρατική θρησκευτική μηχανική, προσπαθώντας να ανασχηματίσει τις εθνικές λατρείες στα πρώτυπα του τότε ενοθεϊστικού νεοπλατωνισμού (ηθική, εκπαίδευση, ιεραρχία) και όχι απλώς «να επαναφέρει την ειδωλολατρία», εξάλλου ο όρος λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και είναι προτιμότερες φράσεις όπως «αρχαία θρησκεία, θρησκεία των εθνικών». Τελικά, η χριστιανική ιδεολογία επιβλήθηκε θεσμικά από τον Θεοδόσιο Α΄, και η οριστική γεωπολιτική διαίρεση των αυλών επήλθε το 395 (με τον Αρκάδιο στην Ανατολή και τον Ονώριο στη Δύση).

  • Επιβίωση Ανατολής και Πτώση της Δύσης: Το ουννικό κύμα του 5ου αιώνα επιτάχυνε την αποσταθεροποίηση του Δούναβη, ωθώντας μαζικά γοτθικούς πληθυσμούς στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Η είσοδος των Γότθων (376), ως φθηνή λύση στρατολόγησης, κατέληξε σε τραγωδία: η κακομεταχείρισή τους και η αποτυχία σίτισής τους από ντόπιους αξιωματούχους οδήγησαν σε εξέγερση και στην καταστροφική ήττα της Αδριανούπολης (378), όπου σκοτώθηκε ο αυτοκράτορας Ουάλης. Το γοτθικό ζήτημα περιπλέχθηκε και θεολογικά: ο επίσκοπος Ουλφίλας τους μετέδωσε την «ομοιανή» εκδοχή του χριστιανισμού, μετατρέποντας το δόγμα σε εθνοπολιτικό διακριτικό των γοτθικών ομάδων μέσα και δίπλα στο κράτος. Ενώ η Δύση έμπαινε σε έναν κύκλο ανεπίστρεπτης κατάρρευσης (λεηλασία της Ρώμης το 410 από τον Αλάριχο, Βάνδαλοι στην Αφρική, επιδρομές του Αττίλα, και έκπτωση του Ρωμύλου Αυγουστύλου το 476), η Ανατολή κατάφερε να επιβιώσει. Αγοράζοντας χρόνο με καταβολές φόρου υποτέλειας και διπλωματία, διατήρησε τον φορολογικό της μηχανισμό. Παράλληλα, προχώρησε σε ενοποίηση του δικαίου με τον Θεοδοσιανό Κώδικα (438) επί Θεοδοσίου Β΄, μετατρέποντας το διάχυτο δίκαιο σε φορητό, διδάξιμο βιβλίο. Οι μεγάλες σύνοδοι, όμως, όπως της Εφέσου (431) και της Χαλκηδόνας (451), δεν έλυσαν τα προβλήματα· αντίθετα, το χαλκηδόνιο δόγμα παρήγαγε ένα νέο πολιτικό πεδίο. Επαρχίες όπως η Αίγυπτος και η Συρία έμειναν πρακτικά εκτός αυτής της συναίνεσης, κάτι που μετέτρεψε το δόγμα σε γραμμή αποκλεισμού, αναγκάζοντας αυτοκράτορες όπως ο Ζήνων (Ενωτικόν, 482) να πειραματίζονται διαρκώς, ώστε να αποφευχθεί η διάσπαση του κράτους λόγω θρησκευτικών διαφορών. Η Ανατολή, χωρίς δυτικό αυτοκράτορα, χρησιμοποίησε ηγέτες όπως ο Θεοδώριχος στην Ιταλία ως εργαλεία σταθεροποίησης, όσο η ίδια η ρωμαϊκή της ταυτότητα εδραιωνόταν.

  • Ιουστινιάνεια Εποχή, Νομοθεσία και Όρια Επέκτασης: Η μετάβαση στον 6ο αιώνα έφερε την αυτοκρατορική φιλοδοξία στο ζενίθ της. Ο Ιουστίνος Α΄ και έπειτα ο Ιουστινιανός Α΄ προσπάθησαν να μετατρέψουν τη φορολογική υπεροχή της Ανατολής σε μια μεσογειακή renovatio imperii. Οι πόλεμοι κατά των Βανδάλων (533-534) στη Βόρεια Αφρική και κατά των Οστρογότθων (535-554) στην Ιταλία υπό τον Βελισσάριο δεν ήταν απλή ματαιοδοξία, αλλά προσπάθεια επανένταξης πλούσιων φορολογικών ζωνών και συμβολικών χώρων. Όμως, το κόστος ήταν δυσβάσταχτο, επιβαρύνοντας τρομακτικά έναν ήδη πιεσμένο μηχανισμό, ο οποίος σαρώθηκε από τη μακροϊστορική τραγωδία της βουβωνικής πανώλης (541) και τη συνεχή στρατιωτική απειλή των Σασσανιδών Περσών. Στο εσωτερικό, η εξουσία του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας φάνηκε στη βίαιη καταστολή της Στάσης του Νίκα (532), όπου διαλύθηκε η λαϊκή-αστική δυναμική των δήμων, κάτι που οδήγησε στη μνημειακή οικοδόμηση της δεύτερης Αγίας Σοφίας. Η κορυφαία κρατική παρέμβαση ήταν η ιουστινιάνεια κωδικοποίηση υπό τον Τριβωνιανό (Κώδικας, Πανδέκτης, Εισηγήσεις, Νεαρές). Αυτό το Corpus Juris Civilis λειτούργησε ως «στενωπός» μετάδοσης του παρελθόντος: διύλισε τους νόμους, στόχευσε στη δικαστική διαφθορά και στις κληρονομιές, απαγόρευσε τα σχόλια και συνέζευξε τον νόμο με την εκκλησιαστική ιεραρχία, μετατρέποντας τους επισκόπους σε μηχανισμούς επιτήρησης των επαρχιακών αξιωματούχων.

  • Κρίση 7ου Αιώνα και Πόλεμοι Ηρακλείου: Μετά τον Ιουστινιανό, οι διάδοχοί του (Ιουστίνος Β΄, Τιβέριος Β΄, Μαυρίκιος) βρέθηκαν μπροστά σε μια συσσώρευση θανατηφόρων μετώπων: Άβαροι και Σλάβοι στα Βαλκάνια, Λομβαρδοί στην Ιταλία και Πέρσες στην Ανατολή. Η βίαιη ανατροπή του Μαυρικίου από τον Φωκά έδωσε στους Σασσανίδες την αφορμή για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο που οδήγησε το κράτος στο χείλος του γκρεμού, με την απώλεια της Ιερουσαλήμ (και του Τιμίου Σταυρού), της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Ο Ηράκλειος (610-641) ανέλαβε μέσα σε αυτή την υπαρξιακή κρίση, αναδιοργάνωσε ριζικά τη στρατιωτική ηγεσία και εξαπέλυσε μια ηρωική αντεπίθεση που κατέληξε στην πλήρη εξάντληση της Περσίας. Τα εδάφη και τα κειμήλια ανακτήθηκαν, όμως η αυτοκρατορία βγήκε από τη σύγκρουση δημογραφικά αποδεκατισμένη και οικονομικά κατεστραμμένη. Η εξουδετέρωση των Περσών (και των Αβάρων) άφησε πίσω της ένα τεράστιο γεωπολιτικό κενό εξουσίας. Σε αυτό ακριβώς το μεταβατικό στάδιο, η ελληνική γλώσσα καθιερώθηκε σταδιακά και όχι ως επίσημη πράξη του Ηράκλειου ως η επίσημη γλώσσα στη διοίκηση και στα στρατιωτικά εγχειρίδια.

  • Άνοδος Ισλάμ και Εσωτερική Διοικητική Αναδιοργάνωση: Η χαρά της νίκης κράτησε ελάχιστα. Σχεδόν αμέσως, η αραβοϊσλαμική επέκταση (Ρασιδούν, Ομεϋάδες) χτύπησε την εξαντλημένη αυτοκρατορία, αποσπώντας ταχύτατα τη Συρία, την Παλαιστίνη και, κρισιμότερα, την Αίγυπτο (και αργότερα τη Βόρεια Αφρική). Η απώλεια της Αιγύπτου σήμαινε το τέλος της παραδοσιακής σιτοδοσίας της πρωτεύουσας, την απώλεια ναυτικών βάσεων και αστικών ελίτ, αναγκάζοντας το κράτος να συρρικνωθεί γύρω από τη Μικρά Ασία και το Αιγαίο. Η εξήγηση αυτής της κατάρρευσης δεν ήταν μόνο η πολεμική εξάντληση, αλλά και οι τοπικές μεταχαλκηδόνιες διαιρέσεις που απέτρεψαν τις ελίτ από το να στηρίξουν το κέντρο, καθώς και η ικανότητα των Αράβων να προσαρμόζουν ρωμαϊκούς διοικητικούς μηχανισμούς. Στα Βαλκάνια, υπό τον Κώνσταντα Β΄ και τον Κωνσταντίνο Δ΄, επιβεβαιώθηκε η επιθετική δυναμική των Σλάβων και η μόνιμη πλέον εδραίωση των Βουλγάρων στον κάτω Δούναβη. Το βυζαντινό κράτος επέζησε μέσα από μια μακρά διαδικασία πειραματισμών. Η στρατιωτικός και διοικητικός θεσμός των «θεμάτων» δεν ήταν μια στιγμιαία έμπνευση του Ηρακλείου τη δεκαετία του 630, αλλά μια σταδιακή μεταβατική λύση για τη διαχείριση της τοπικής άμυνας και φορολογίας, η οποία φαίνεται να άρχισε σταδιακά και να εξελίσσεται από τον διάδοχο του Ηράκλειου, Κωνσταντα Β΄. Η κοινωνία αγροτοποιήθηκε ραγδαία (ruralization), οι πόλεις συρρικνώθηκαν και παρήχθη ένα νέο Zeitgeist (δηλ. πνεύμα της εποχής), όπου οι στρατιωτικές ήττες ερμηνεύονταν ως θεϊκές δοκιμασίες, ενώ η νομισματική προβολή με τα βυζαντινά σύμβολα συνέχιζε να κυριαρχεί στις οικονομίες της Ανατολικής Μεσογείου και να οπτικοποιεί ότι το Βυζάντιο διατηρούσε αξιώσεις οικουμενικής κυριαρχίας.

  • Ανακοπή Αράβων και Αναθεώρηση της Εικονομαχίας: Η δραματική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-718) έληξε με τη συντριβή των Αράβων χάρη στα τείχη, την ικανότητα ανεφοδιασμού, τη συμμαχία με τους Βουλγάρους, τις ασθένειες στο εχθρικό στρατόπεδο και, φυσικά, την τεχνολογική υπεροχή του υγρού πυρός υπό την ηγεσία του Λέοντος Γ΄ της Συρικής Δυναστείας (εσφαλμένα ονομάζεται Ισαυρική). Αποκτώντας αυτόν τον πολύτιμο χρόνο, ο Λέων προχώρησε σε φορολογικές αναδιαρθρώσεις και εξέδωσε την Εκλογή των νόμων (741), που άλλαξε τις τιμωρητικές πρακτικές περιορίζοντας τη διαφθορά. Σε αυτό το πολεμικό περιβάλλον εντάσσεται η Εικονομαχία, ο ιστοριογραφικός υπερτονισμός της οποίας πλέον αναιρείται: δεν ήταν μια «πνευματική επανάσταση» ή ένας γενικευμένος «θεολογικός εμφύλιος» που προκάλεσε την αντίσταση μοναχών και γυναικών διαλύοντας τη χώρα. Η επίσημη δίωξη περιορίστηκε σε δύο συγκεκριμένες περιόδους (754-787 και 815-843), κυρίως στην πρωτεύουσα, λειτουργώντας ως εργαλείο κρατικής πειθαρχίας και ορισμού της αυλικής νομιμοφροσύνης. Ο στρατός αλλά και οι υπήκοοι της Κωνσταντινούπολης στήριξαν την ανεικονική τάση. Η «θριαμβική» εικονοφιλική αφήγηση υπήρξε εν πολλοίς μεταγενέστερη κατασκευή. Παράλληλα, η περίοδος ανέδειξε τη γυναικεία εξουσία ως δομικό στοιχείο του παλατινού συστήματος: η Ειρήνη η Αθηναία συγκρούστηκε με τον γιο της (Κωνσταντίνο Ϛ΄ [= Στ']), έλεγξε συμβούλους και το νόμισμα, και επικράτησε βίαια, «αναστηλώνοντας» τις εικόνες στη Σύνοδο της Νικαίας (787). Η αβεβαιότητα στην ανατολική αυλή έδωσε την αφορμή στη Δύση να προχωρήσει το 800 στη στέψη του Καρλομάγνου, κατασκευάζοντας έναν δυτικό αυτοκρατορικό τίτλο (renovatio et translatio imperii) σε ευθεία ανταγωνιστική ρήξη με τη ρωμαϊκή οικουμενικότητα της Νέας Ρώμης - Βυζαντίου.

  • Δυναστεία Αμορίου και Πρώιμη Πνευματική Αναγέννηση: Ο 9ος αιώνας ξεκίνησε με θετικές αλλά και άκρως αρνητικές εξελίξεις. Αυτοκράτορες όπως ο Νικηφόρος Α΄, ο Σταυράκιος και ο Μιχαήλ Α΄ αντιμετώπισαν σοβαρές κρίσεις, ιδίως τη σκληρή βουλγαρική απειλή (υπό τον Κρούμο). Ακολούθησε η δεύτερη φάση της ανεικονικής πολιτικής υπό τον Λέοντα Ε΄, τον Μιχαήλ Β΄ και τον Θεόφιλο (οι οποίοι πίστευαν ότι ο Θεός βοηθούσε στρατιωτικά όταν υπήρχε ανεικονική πολιτική). Επί Θεοφίλου, η άλωση του Αμορίου (838) από τους Άραβες υπήρξε τεράστιο πλήγμα κύρους, αν και οι απώλειες στην περιφέρεια, όπως η κατάκτηση της Σικελίας και της Κρήτης από τους Άραβες, είχαν ήδη ξεκινήσει. Η απάντηση του κράτους εστιάστηκε στην αυστηρή αναδιοργάνωση του στρατού και του αυλικού πρωτοκόλλου. Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ως επίτροπος του Μιχαήλ Γ΄, τερμάτισε οριστικά την «Εικονομαχία» το 843, διαμορφώνοντας τη νέα εκκλησιαστική ισορροπία. Παράλληλα, το Βυζάντιο πέρασε στην αντεπίθεση μέσω γεωπολιτικών εργαλείων: ο εκχριστιανισμός των Σλάβων της Κεντρικής Ευρώπης (από τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο) και η βάπτιση της βουλγαρικής ηγεσίας (υπό τον Βόρη/Μιχαήλ) συνέδεσαν αυτούς τους λαούς με τη βυζαντινή γραφή, τη λειτουργική γλώσσα και το διπλωματικό δίκτυο της Κωνσταντινούπολης. Στο εσωτερικό, επί Μιχαήλ Γ΄, εκδηλώθηκε μια πρώιμη πνευματική αναγέννηση με τον καίσαρα Βάρδα και τον πατριάρχη Φώτιο (Σχολή της Μαγναύρας), θέτοντας τις βάσεις του βυζαντινού εγκυκλοπαιδισμού.

  • Μακεδονική Δυναστεία, Στρατιωτική Επέκταση και Νομοθεσία: Με την άνοδο του Βασιλείου Α΄ εγκαινιάστηκε η Μακεδονική Δυναστεία, η οποία προχώρησε σε ένα ευρύ νομοθετικό πρόγραμμα, συνδέοντας εκ νέου την αυτοκρατορία με το ρωμαϊκό νομικό παρελθόν της: εκδόθηκε ο Πρόχειρος Νόμος (ως εγχειρίδιο), η Εισαγωγή (που θεωρητικοποίησε, λόγω της κατασκευασμένης ως τραυματικής μνήμης της «εικονομαχίας», τον διαχωρισμό του αυτοκρατορικού και πατριαρχικού ρόλου) και τα Βασιλικά, μια τεράστια εξηντάβιβλος ελληνόγλωσση εκδοχή του ιουστινιάνειου corpus. Παρά τις εσωτερικές εντάσεις, όπως το μεγάλο δυναστικό ζήτημα της τετραγαμίας του Λέοντος Ϛ΄, η κεντρική εξουσία ενδυναμώθηκε. Η διπλωματία, με κεντρικό εκφραστή τον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο, αξιοποίησε μεθοδικά «ήπιες» τεχνικές (δώρα, τίτλους, τη στρατηγική χρήση των πορφυρογέννητων νυφών και των ευνούχων) για την ενσωμάτωση γειτονικών λαών και τον έλεγχο της Ιταλίας. Όταν απαιτήθηκε, οι μεγάλοι στρατιωτικοί αυτοκράτορες, όπως ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς και ο Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής (αλλά και νωρίτερα ο Ρωμανός Α΄ Λεκαπηνός), ανέκτησαν εδάφη σε Κρήτη, Κιλικία και Συρία. Εξαιρετικά κρίσιμος ήταν ο εκχριστιανισμός των Ρως επί Βλαδίμηρου, που εξασφάλισε στρατιωτικούς πόρους και εμπορικούς δρόμους. Ταυτόχρονα, στη Δύση, η στέψη του Όθωνα Α΄ (962) ως αυτοκράτορα Ρωμαίων, αναβίωσε τις γερμανικές αυτοκρατορικές οικουμενικές - «ρωμαϊκές» αξιώσεις, στις οποίες η Κωνσταντινούπολη απάντησε με τη διπλωματία των γάμων (η Θεοφανώ, ανιψιά του Τσιμισκή, παντρεύτηκε τον Όθωνα Β΄ το 972), κάτι που αποδείκνυε ότι το ρωμαϊκό / βυζαντινό κεφάλαιο παρέμενε ισχυρό.

  • Απόγειο Εξουσίας, Αόρατη Κρίση και Ματζικέρτ: Ο 11ος αιώνας άνοιξε με τον Βασίλειο Β΄ να πετυχαίνει τη στρατιωτική συντριβή της Βουλγαρίας και την πλήρη ενσωμάτωσή της στον ρωμαϊκό διοικητικό χάρτη, φέρνοντας την αυτοκρατορία στο εδαφικό της απόγειο. Όμως, αυτή η επιτυχία γέννησε τεράστια εσωτερικά προβλήματα: τη σκληρή σύγκρουση με τους γαιοκτήμονες («δυνατούς») και το τεράστιο κόστος διαχείρισης νέων συνόρων και φορολογικών συνηθειών. Ο θάνατος του Βασιλείου άφησε τους διαδόχους του (Κωνσταντίνος Η΄, Ρωμανός Γ΄, Μιχαήλ Δ΄, Μιχαήλ Ε΄, Ζωή, Θεοδώρα, Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος) εγκλωβισμένους σε μια «αόρατη κρίση». Η πολιτική αστάθεια, οι αυλικές φατρίες και η ηγεμονία της γραφειοκρατίας εις βάρος του στρατού οδήγησαν σε νομισματικές προσαρμογές (όπως η υποτίμηση του σόλιδου) και στην επικίνδυνη προσφυγή σε μισθοφόρους. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το επεισόδιο των αφορισμών του 1054 (Σχίσμα) εκδηλώθηκε ως ένα σύμπτωμα πολιτικού ανταγωνισμού και τελετουργικής πρωτοκαθεδρίας με την Παποσύνη, παρά ως μια απόλυτη ρήξη. Η καταστροφή επήλθε λόγω της διπλής εξωτερικής πίεσης: Στη Δύση, οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου και του Βοημούνδου εξελίχθηκαν από πειρατές σε στρατιωτικοπολιτικό μόρφωμα με παπικές πλάτες. Στην Ανατολή, οι Σελτζούκοι Τούρκοι διέρρηξαν την άμυνα της Αρμενίας και, το 1071, στο Ματζικέρτ, συνέτριψαν τον Ρωμανό Δ΄ Διογένη. Οι επακόλουθες βυζαντινές εμφύλιες συγκρούσεις επέτρεψαν τη μαζική τουρκική εγκατάσταση στη Μικρά Ασία, χωρίς η ήττα στο Ματζικέρτ από μόνη της να είναι η μόνη αιτία της απώλειας της Μ. Ασίας.

  • Κομνήνεια Παλινόρθωση και Σχέσεις με Δύση: Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081) ανέλαβε μια επιχείρηση κρατικής ανασύνθεσης σε ακραία πιεστικό περιβάλλον (Νορμανδοί, Πετσενέγοι, Τούρκοι). Εφάρμοσε μια νομισματική μεταρρύθμιση (1092) για να στηρίξει την οικονομία και εισήγαγε το σύστημα της «πρόνοιας» (στρατιωτική γαιοκτησία). Η απόφασή του να ζητήσει βοήθεια από τη Δύση πυροδότησε το πρωτοφανές στρατιωτικό-διπλωματικό σοκ της Α΄ Σταυροφορίας. Οι δυτικοί στρατοί κινήθηκαν με δικά τους κίνητρα, αναγκάζοντας τον Αλέξιο να τους διαχειριστεί μέσω όρκων, ανεφοδιασμού και ελεγχόμενης διέλευσης, προκειμένου να ανακτήσει τα παράλια της Μικράς Ασίας. Υπό τους διαδόχους του (Ιωάννης Β΄, Μανουήλ Α΄), η αυτοκρατορία ανέκτησε προσωρινά τη θέση της ως μεσογειακή δύναμη, συνάπτοντας όμως επικίνδυνες εμπορικές συμφωνίες που παραχωρούσαν τελωνειακά προνόμια σε Βενετούς και Γενουάτες με αντάλλαγμα τη ναυτική τους συνδρομή. Η διαρκώς αυξανόμενη δυτική επιρροή πυροδότησε ισχυρή αντιδυτική εχθρότητα (οικονομικές συγκρούσεις στα λιμάνια), ενώ η προσπάθεια ανακατάκτησης της μικρασιατικής ενδοχώρας συνετρίβη στο Μυριοκέφαλο το 1176. Οι διάδοχοι του Μανουήλ (Αλέξιος Β΄, Ανδρόνικος Α΄, Ισαάκιος Β΄, Αλέξιος Γ΄) βυθίστηκαν σε ακραία αυλική βία, οικονομική πίεση και επαρχιακές αποσχίσεις, οδηγώντας νομοτελειακά στη Δ΄ Σταυροφορία.

  • Λατινική Άλωση, Ανασύσταση και Παλαιολόγεια Αναγέννηση: Το 1204 αποτέλεσε την απόλυτη ρήξη: η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους διέλυσε την αυλική μηχανή, αναδιένειμε τους πόρους και κατακερμάτισε τον ρωμαϊκό χώρο. Αναδείχθηκαν τρία νέα ρωμαϊκά κρατικά κέντρα διαδοχής που διεκδικούσαν τη συνέχεια. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (Μιχαήλ Α΄, Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας), η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας (με δυναστική συνέχεια των Κομνηνών, παλεύοντας με Τουρκομάνους, Γεωργιανούς και Ιταλούς στις ακτές του Εύξεινου) και, κυρίως, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η Νίκαια, υπό τους Λασκαρίδες (Θεόδωρος Α΄, Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης, Θεόδωρος Β΄), συγκρότησε ισχυρό στρατό και διοίκηση. Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος πέτυχε την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261), αλλά το γεωπολιτικό περιβάλλον ήταν εφιαλτικό: πολυκεντρικά Βαλκάνια, τουρκική πίεση και ιταλική ναυτική κυριαρχία. Για να αποφύγει την οργή των δυτικών δυνάμεων (κυρίως των Ανδεγαυών), ο Μιχαήλ Η΄ επέβαλε τη Σύνοδο της Λυών (1274). Εκεί, οι βυζαντινοί αντιπρόσωποι αναγκάστηκαν σε τελετουργικές ψαλμωδίες ακόμη και με το filioque. Στο εσωτερικό, αυτή η κίνηση θεωρήθηκε προδοσία, με την πολιτική εξουσία να επιβάλλει εξευτελιστικές τιμωρίες στους αντιφρονούντες. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι ο Μιχαήλ είχε τυφλώσει τον νόμιμο διάδοχο των Λασκαρίδων, γέννησε το ακραίο σχίσμα των Αρσενιατών, το οποίο δίχασε βαθιά την κοινωνία. Παρ' όλα αυτά, η περίοδος γέννησε τη λαμπρή Παλαιολόγεια Αναγέννηση και ένα ενεργό δυτικό μεταφραστικό κίνημα.

  • Ιδεολογικές Συγκρούσεις και η Οριστική Άλωση: Ο 14ος αιώνας έφερε την πλήρη πολιτική αποσύνθεση. Το κράτος κατακερματίστηκε σε μωσαϊκό περιφερειακών διοικήσεων, δοκιμαζόμενο από σφοδρούς εμφυλίους (Ανδρόνικος Β΄ - Ανδρόνικος Γ΄, και έπειτα ο μεγάλος εμφύλιος του 1341-1347 μεταξύ του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού και της αντιβασιλείας). Αυτοί οι πόλεμοι ήταν μηχανισμοί αναδιανομής πόρων (φόρων, προνοιών [δηλ. εδαφών που παραχωρούνταν στις ελίτ, ώστε αυτές να εισπράττουν τους φόρους και μάλιστα παραπάνω από όσο έκρινε ο αυτοκράτορας) που επέτρεψαν στους Οθωμανούς να μπουν στη Θράκη ως «σύμμαχοι» και να εγκατασταθούν μόνιμα, ενώ ισχυροί παίκτες όπως ο Σέρβος Στέφανος Δουσάν σάρωναν τα Βαλκάνια. Επιπλέον, ο Μαύρος Θάνατος (1347) εξόντωσε δραματικά τον πληθυσμό (30%-60%), εγκαταλείποντας τεράστιες εκτάσεις γης. Μέσα στην κοινωνική εξαθλίωση και την εξέγερση των Ζηλωτών, αναδύθηκε η σύγκρουση του Ησυχασμού: ένας λόγιος από την Καλαβρία αμφισβήτησε την εμπειρία της θέασης του θεϊκού φωτός μέσω της προσευχής, ενώ ένας αγιορείτης μοναχός διατύπωσε μια νέα θεολογική γλώσσα (ουσία/ενέργειες), επαναπροσδιορίζοντας την ίδια την ορθοδοξία. Στον 15ο αιώνα, η αυτοκρατορία αποτελούσε μόνο κάποιους θύλακες. Στον Μοριά (Μυστράς), οι Παλαιολόγοι δεσπότες δεν ακολουθούσαν ένα σχέδιο «αναβίωσης», αλλά εξαντλούνταν σε παιχνίδια διαδοχής και διανομές προνοιών. Μέσα στην απόγνωσή τους, αυτοκράτορες όπως ο Μανουήλ Β΄, ο Ιωάννης Η΄ και, τελικά, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄, επένδυσαν στη διπλωματία. Η μετάβαση του ίδιου του αυτοκράτορα με συνοδεία στην Ιταλία για τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1437-1439) απέδειξε το μέγεθος της απελπισίας, όμως η υποσχόμενη στρατιωτική βοήθεια έναντι της εκκλησιαστικής υποταγής αποδείχθηκε ψευδαίσθηση. Η οριστική άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) από τον Μωάμεθ Β΄ έκλεισε τον κεντρικό κύκλο της ρωμαϊκής ιστορίας. Η πτώση του Μοριά το 1460 και της αποκομμένης Τραπεζούντας το 1461 έθεσαν το οριστικό τέλος στη ρωμαϊκή πολιτεία, αφήνοντας την οθωμανική Κωνσταντινούπολη στο προσκήνιο, ενώ οι λόγιοι πρόσφυγες έδωσαν αποφασιστική ώθηση στην ιταλική Αναγέννηση. Το 1475 έπεσε και το τελευταίο ελληνικό έδαφος, η Γοτθία ή αλλιώς το Πριγκιπάτο του Θοδωρού, στη σημερινή Κριμαία.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  1. Γενικά Εγχειρίδια – Εισαγωγές στη Βυζαντινή Ιστορία

 

Cheynet, J.-CL. (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος, τ. Β΄: Η βυζαντινή αυτοκρατορία (641-1204), μτφρ. Α. Καραστάθη, Αθήνα 2011 (α΄ έκδ. γαλλικά, 2006).

Χριστοφιλοπούλου Α., Βυζαντινή Ιστορία, τ. Α, Β1, Β2, Γ1, Θεσσαλονίκη 1993, 1997, 2001, 20123.

Γλυκατζή-Αρβελέρ, Ε., Γιατί το Βυζάντιο, Αθήνα 2012.

Herrin, J., Τι είναι το Βυζάντιο, μτφρ. Χ. Σαμαρά, επιμ. Κ. Νικολάου, Αθήνα 2020 (α΄ εκδ. αγγλικά 2007).

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Z΄, H΄, Θ΄, Η΄, Ι΄,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978-1979 (Όχι του Παπαρρηγόπουλου).

Καραγιαννόπουλος, Α., Το βυζαντινό κράτος, Θεσσαλονίκη 1995.

Mango, C., Βυζάντιο: Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Γ. Τσουγκαράκης, Αθήνα 2002 (α΄ έκδ. αγγλικά 1980).

Morrisson, C. (επιμ.), Ο Βυζαντινός κόσμος, τ. Α΄: Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (324-641), μτφρ. Α. Καραστάθη, Αθήνα 2007 (α΄ έκδ. γαλλικά 2004).

Ostrogorsky, G., Ιστορία του βυζαντινού κράτους, τ. Α΄-Γ΄, μτφρ. Ι. Παναγόπουλος, Αθήνα 1978 (α΄ έκδ. γερμανικά, 1952).

Σαββίδης, Σ. – Hendrickx, Β., Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία (284-1461), Αθήνα 2008.

Σταθακόπουλος, Δ., Μικρή ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 2017.

Treadgold, W., Βυζάντιο: Μια συνοπτική ιστορία, μτφρ. Π. Γεωργίου, επιμ. Σ. Παπακυρίτσης, Αθήνα 2024 (α΄ έκδ. αγγλικά, 2001).

 

  1. Πολιτική Ιστορία και Εξουσία

 

​Βάρζος, Κ. Η γενεαλογία των Κομνηνών (2 τόμοι). Θεσσαλονίκη 1984

Brown, P., Authority and the Sacred: Aspects of the Christianisation of the Roman World, Κέιμπριτζ 1995.

Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας: Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451, μτφρ. Μ. Λουκάκη, Αθήνα 2000 (α΄ έκδ. γαλλικά, 1974).

Evans, J., Η εποχή του Ιουστινιανού, μτφρ. Β. Κουρής, Αθήνα 1999 (α΄ εκδ. αγγλικά 1996).

Γιαννόπουλος, Π., Η πολιτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Από τον Λέοντα Γ΄ ως τον Μιχαήλ Γ΄ (717-867), Αθήνα 2020.

Haldon, J., The Empire That Would Not Die: The Paradox of Eastern Roman Survival, 640-740, Χάρβαρντ 2019.

James, L., Empresses and Power in Early Byzantium, Λονδίνο 2001.

Kaldellis, A., The New Roman Empire: A History of Byzantium, Νέα Υόρκη 2024.

Kaldellis, A., Λαός και εξουσία στο Βυζάντιο: Η πολιτεία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Α. Βουδούρη, Χ. Μαγούλας, Αθήνα 2021 (α΄ έκδ. αγγλικά 2015).

Kazhdan, A. – G. Constable, People and Power in Byzantium: An Introduction to Modern Byzantine Studies, Ουάσιγκτον 1982.

Magdalino, P., The Empire of Manuel I Komnenos, 1143-1180, Κέιμπριτζ 1993

Nicol, D.-M. Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, 1261-1453, Αθήνα 1996.

Νικολάου, Κ., Έρωτας και πολιτική στο Βυζάντιο: Επτά ιστορίες, Αθήνα 2021.

Σαββίδης, Γ.-Κ. Οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας και του Πόντου: Ιστορική επισκόπηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας του μικρασιατικού ελληνισμού (1204-1461), Αθήνα 2005.

Σταυρίδου-Ζαφράκα Α., Νίκαια και Ήπειρος τον 13ο αιώνα: ιδεολογική αντιπαράθεση στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν την αυτοκρατορία, Θεσσαλονίκη 1990.

Παπαγεωργίου, Α., Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός και η εποχή του (1118-1143), Αθήνα 2012

Usherwood, R., Political Memory and the Constantinian Dynasty, Νέα Υόρκη 2022.

 

  1. Κοινωνία, Οικονομία και Πολιτισμός

 

Ανδρούδης, Π., Όψεις του καθημερινού βίου στο Βυζάντιο, Θεσσαλονίκη 2021.

Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία, μτφρ. Δ. Κουρτοβίκ, Αθήνα 1992 (α΄ έκδ. γερμανικά, 1978).

Βασιλείου, Φ., Βυζάντιο (324-451): Η ανάδυση μιας νέας αυτοκρατορίας, Αθήνα 2020.

Bowersock, G.W., Hellenism in Late Antiquity, Μίσιγκαν 1990.

Brown, P., O κόσμος της ύστερης αρχαιότητας, 150-750 μ.Χ., μτφρ. Ε. Σταμπόγλη, Αθήνα 1998 (α΄ έκδ. αγγλικά, 1971).

Brubaker, L., Haldon J., Byzantium in the iconoclast era, c. 680–850, Κέιμπριτζ 2011.

Γιαννόπουλος, Π., Όψεις της μεσοβυζαντινής κοινωνίας, Αθήνα 2020

Γλυκατζή-Αρβελέρ, Ε., Από τον Δία στον Χριστό, Αθήνα 2017.

Haldon, J., The State and the Tributary Mode of Production, Λονδίνο 1993.

Harvey, A., Economic Expansion in the Byzantine Empire, 900-1200, Κέιμπριτζ 1989.

Kaldellis, A., Hellenism in Byzantium: The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition, Κέιμπριτζ – Νέα Υόρκη 2007.

Λαΐου, Α. Η αγροτική οικονομία στην ύστερη βυζαντινή εποχή, 2001.

Laiou, A., Morrisson, C., Η βυζαντινή οικονομία, μτφρ. Δ. Κυρίτσης, Αθήνα 2011 (α΄ έκδ. αγγλικά 2007).

Maas, M. (επιμ.), The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Κέιμπριτζ 2005.

Σαββίδης, Α., Ο κόσμος του βυζαντινού φορολογούμενου (4ος-15ος αι.), Αθήνα 2019.

 

  1. Η βυζαντινή οικουμένη, αυτοπροσδιορισμός και οι άλλοι

 

Angold, M.-J., Η τέταρτη Σταυροφορία, Αθήνα 2006.

Βλυσίδου, Κ. κ.ά., Σεμινάρια περί βυζαντινής διπλωματίας, Αθήνα 2006.

Βρυώνης, Σ., Η καθ’ ημάς Ανατολή: Η πνευματική παράδοση του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στον Σλαβικό και τον Ισλαμικό κόσμο, Θεσσαλονίκη 1995.

Cheynet, J.-C., Byzantine Diplomacy and Foreign Policy from the 6th to the 11th Century, Οξφόρδη 2016.

Δημητριάδου-Μπαντάουι, Ε., Ο Προφήτης του Ισλάμ Μωάμεθ και το Βυζάντιο, Θεσσαλονίκη 2023.

Fine, J., The Early Medieval Balkans: A Critical Survey from the Sixth to the Late Twelfth Century, Μίσιγκαν 1983.

Γιαννακόπουλος, Κ.-Ι, Βυζάντιο και Δύση: Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην Ιταλική Αναγέννηση (330-1600), Αθήνα 1985.

Γιαννόπουλος, Π., Βυζαντινοί και Άραβες κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, Αθήνα 2016.

Goffart, W., Barbarian Tides: The Migration Age and the Later Roman Empire, Πενσυλβάνια 2006.

Halsall, G., Barbarian Migrations and the Roman West, 376–568, Κέιμπριτζ 2007.

​Harris, J., Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες, Αθήνα 2004.

Κατσιαρδή-Herring, Ο. κ.ά., Έλλην, Ρωμηός, Γραικός: Συλλογικοί προσδιορισμοί και ταυτότητες, Αθήνα 2018.

Kennedy, H., The Prophet and the Age of the Caliphates: The Islamic Near East from the Sixth to the Eleventh Century, Λονδίνο 1986.

Μεργιαλή-Σαχά, Σ. Το Βυζάντιο στο θέατρο της Οικουμένης τον Ύστερο Μεσαίωνα (1261-1453), Αθήνα 2024.

Miotto, M., Η ισλαμική κατάκτηση της Συρίας, Θεσσαλονίκη 2019.

Παπαγεωργίου, Α., Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι των Βαλκανίων: Πόλεμος, ιδεολογία και η εικόνα του άλλου, Αθήνα 2018.

Pohl, W., Die Awaren: Ein Steppenvolk in Mitteleuropa, 567-822 n. Chr., Μόναχο 1988.

Runciman, S., Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, 1453, Αθήνα 2002

Runciman, S., Ιστορία των Σταυροφοριών (3 τόμοι). Αθήνα 2006.

Runciman, S. Μυστράς: Βυζαντινή πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, Αθήνα 2002

​Runciman, S., Οι Σικελικοί Εσπερινοί: Μια ιστορία του μεσογειακού κόσμου στα τέλη του 13ου αιώνα, Αθήνα 2003

Sansterre, J.-Μ., Les moines grecs et orientaux à Rome aux époques byzantine et carolingienne (milieu du VIe s. - fin du IXe s.), τ. 1-2, Βρυξέλλες 1983.

Shepard, J. (επιμ.), The Cambridge History of the Byzantine Empire c. 500–1492, Κέιμπριτζ 2008.

Stephenson, S., The Byzantine World, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2010.

 

Ημερομηνία δημιουργίας

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026